Σάββατο 5 Δεκεμβρίου 2009

Κυβερνητικοί εκπρόσωποι

Υπάρχει κάποια προϋπόθεση οι κυβερνητικοί εκπρόσωποι να είναι κρυόκωλοι ή μπουλκουμέδες?

Παρασκευή 4 Δεκεμβρίου 2009

ΛΕΥΚΗ ΚΟΡΔΕΛΑ

Η ΛΕΥΚΗ ΚΟΡΔΕΛΑ ΤΟΥ ΜΙΚΑΕΛ ΧΑΝΕΚΕ

2009 Μαΐου 25

Στην «Λευκή Κορδέλα» του Μίκαελ Χάνεκε απονεμήθηκε ο Χρυσός Φοίνικας του φετινού 62ου Φεστιβάλ Καννών. Η ταινία του μεγάλου Αυστριακού haneke-1σκηνοθέτη ήταν, κατά γενική ομολογία, η καλύτερη ταινίατου φεστιβάλ και δίκαια κέρδισε το πρώτο βραβείο. Εξάλλου ο Χάνεκε δεν είναι φετινή ανακάλυψη….Χρόνια τώρα φλέτραρε με το βραβείο, με ταινίες όπως το “Funny Games” ή η “Δασκάλα του Πιάνου” και μόνο ως κακοήθεια θα μπορούσαν να εκληφθούν σχόλια που συσχέτιζαν το βραβείο με το υποτιθέμενο “χρέος¨της προέδρου της κριτικής επιτροπής Ιζαμπέλ Ιπέρ προς το σκηνοθέτη που της είχε χαρίσει το βραβείο ερμηνείας , προ 8ετίας…

Η “Έβδομη Τέχνη” σας προσφέρει εδώ ένα πρώτο αφιέρωμα στη “χρυσή” ταινία των Καννών.

Η ΛΕΥΚΗ ΚΟΡΔΕΛΑ

DAS WEISSE BANDDAS WEISSE BAND (The White Ribbon/Le Ruban blanc)-ΓΕΡΜΑΝΙΑ, ΑΥΣΤΡΙΑ, ΓΑΛΛΙΑ, ΙΤΑΛΙΑ-2009-144′

Σκηνοθεσία: Michael HANEKE

Πρωταγωνιστούν: Leonie BENESCH, Josef BIERBICHLER, Rainer BOCK, Christian FRIEDEL, Burghart KLAUSSNER, Steffi KÜHNERT, Ursina LARDI, Susanne LOTHAR, Gabriela-Maria SCHMEIDE, Ulrich TUKUR.

Με βάση ένα γεγονός που συνέβηκε το 1913 σ’ ένα μικρό χωριό της βόρειας Γερμανίας, ο Χάνεκε έφτιαξε μια ταινία γύρω από το φασισμό αλλά και την τρομοκρατία που γεννιέται σε μια κλειστή, υποκριτική κοινωνία.

Επίκεντρο της ταινίας είναι ο τρόπος εκπαίδευσης που δημιουργεί τις κατάλληλες συνθήκες για τη δημιουργία μιας φασιστικής γενιάς – στην περίπτωση αυτή, της γενιάς του ναζισμού. Συνθήκες που επηρεάζουν τους μαθητές, που είτε προβαίνουν σε εγκληματικές πράξεις είτε ανέχονται αυτά που συμβαίνουν γύρω τους.

“Θέλησα να δημιουργήσω ένα μυστήριο γύρω από την ταινία μου και το θέμα της”, ανάφερε ο σκηνοθέτης της, στη συνέντευξη τύπου, που ακολούθησε την προβολή της. “Είναι μια ταινία που αναφέρεται όχι μόνο στο φασισμό αλλά και πως μια ιδεολογία, εξαιτίας της βλακείας ή της ατολμίας κάποιων, οδηγεί τελικά στην αποδοχή της τρομοκρατίας… Βέβαια, ένας δημιουργός δεν θέλει να πει στο θεατή τι να κάνει ή να του εξηγήσει τι ακριβώς θέλει να πει, αυτό το αφήνει στον ίδιο να βγάλει τα συμπεράσματά του, αφού δει την ταινία.”

Με πλάνα εικαστικά έξοχα (η ταινία γυρίστηκε σε μαυρόασπρο φιλμ), με ένα ρυθμό που σε κρατάει σε ένταση από το πρώτο ως το τελευταίο λεπτό, παρ’ όλο που η ταινία διαρκεί δυόμισι ώρες, με πολύ καλές ερμηνείες απ’ όλους τους ηθοποιούς του, ο Χάνεκε έφτιαξε μια ταινία που φωτίζει με τον καλύτερο τρόπο τους κινδύνους πίσω από παρόμοιες καταστάσεις – καταστάσεις που, όπως έμμεσα μας λέει ο σκηνοθέτης, μπορούν εύκολα να δημιουργηθούν, ή δημιουργούνται και στις μέρες μας.

Image2

ΤΙ ΕΓΡΑΨΕ Ο ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΤΥΠΟΣ ΓΙΑ ΤΗ “ΛΕΥΚΗ ΚΟΡΔΕΛΑ”

Η τελειότερη δουλειά του 67χρονου Μίκαελ Χάνεκε («Δασκάλα πιάνου»). Ο Στάνλεϊ Κιούμπρικ θα την ζήλευε. (Δ.ΔΑΝΙΚΑΣ-ΤΑ ΝΕΑ)

Image3

Η «Λευκή κορδέλα», που είδαμε χθες στο διαγωνιστικό τμήμα, είναι η πρώτη που ο Αυστριακός σκηνοθέτης Μίκαελ Χάνεκε γύρισε στη Γερμανία μετά το «Funny Games». Αναφέρεται σ’ ένα γεγονός που συνέβη το 1913, σ’ ένα μικρό χωριό, στη βόρεια Γερμανία, και που καταγγέλλει, όπως ανέφερε στη συνέντευξη Τύπου ο σκηνοθέτης, «ένα εκπαιδευτικό σύστημα, το οποίο δημιούργησε τη γενιά του ναζισμού». Και πρόσθεσε πως δεν ήθελε να φτιάξει «απλά μια γερμανική ταινία πάνω στον φασισμό. Είναι κάτι περισσότερο, που αναφέρεται σε όλο τον κόσμο». Οτι, δηλαδή, οποιαδήποτε ιδεολογία, που θέλει να χτυπηθεί με το κατεστημένο, μπορεί να οδηγήσει τους ανθρώπους από βλακεία ή ατολμία στον φασισμό και στην τρομοκρατία. «Η ταινία μου μιλάει για μια άλλη τρομοκρατία, πολύ πιο επικίνδυνη, όπως αυτή που δημιουργείται σε μια κλειστή κοινωνία», είπε ο Χάνεκε.

Ο Χάνεκε καταγράφει σε εικαστικά θαυμάσιες εικόνες, γυρισμένες σε μαυρόασπρο φιλμ, τα μικρά, επικίνδυνα, όμως, γεγονότα, που αρχίζουν να προκαλούνται στο χωριό: ένα στημένο «ατύχημα» του γιατρού της περιοχής, που τον στέλνει στο νοσοκομείο, η κακοποίηση ενός μαθητή, η υπόθεση γύρω από μια σφυρίχτρα που οδηγεί στην κακοποίηση ενός άλλου. Ολα αυτά οδηγούν τον δάσκαλο του σχολείου ν’ αρχίσει να υποψιάζεται πως κάτι μεγαλύτερο και πιο επικίνδυνο συμβαίνει. Δεν καταφέρνει, όμως, να το σταματήσει, εξαιτίας της ατολμίας του να προχωρήσει παραπέρα. Ο Χάνεκε δημιουργεί ένα μυστήριο γύρω από τα διάφορα αυτά γεγονότα, που το εξηγεί μόνο προς το τέλος της ταινίας. Δημιουργεί, έτσι, μια ένταση που διατηρείται σ’ όλη τη διάρκεια της ταινίας (παρ’ όλο που κρατάει δυόμισι ώρες). (Ν.Φ.ΜΙΚΕΛΙΔΗΣ-ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ)

Image4

Μια ταινία που θα μπορούσε να καταλήξει με ένα από τα μεγάλα βραβεία του φεστιβάλ την Κυριακή, είναι η «Λευκή κορδέλα» του Μίκαελ Χάνεκε. Παρ’ όλο το φιλοφεστιβαλικό «πακέτο» όμως που φέρει, είναι μια ταινία που περισσότερο αφήνει υπόνοιες για αυτά που θέλει να πει και δεν τα λέει με σαφήνεια. Από τους αγαπημένους συνεργάτες της προέδρου της κριτικής επιτροπής Ιζαμπέλ Ιπέρ, την είχε οδηγήσει σε πολλαπλές βραβεύσεις -και στις Κάννες- με τη «Δασκάλα του πιάνου» και για χρόνια στη λίστα των «προς βράβευση», ο Χάνεκε είναι από τις δυνατές υποψηφιότητες για ένα από τα βραβεία των Καννών, ακόμη και τον Φοίνικα.

Η «Λευκή κορδέλα» ωστόσο είναι μια ταινία ψυχρή, αν και όμορφα φωτογραφημένη, που αφήνει τον θεατή σε απόσταση. Αρκεί να σημειώσουμε ότι στη διάρκειας δυόμισι ωρών ταινία, η πρώτη σκηνή με κάποια δραματική ένταση συμβαίνει μετά 80 λεπτά…

Εξαιρετικά λεπτοδουλεμένη σε εικαστικό επίπεδο και γυρισμένη με ασπρόμαυρο φιλμ, η «Λευκή κορδέλα» μοιάζει με ξεθωριασμένη εκδοχή των ταινιών του Ντράγιερ, ενώ η αίσθηση της ροής της θυμίζει μίνι σειρές όπως η γερμανική «Πατρίδα». Χωρίς ωστόσο τις δραματικές κορυφώσεις και το χτίσιμο των χαρακτήρων. Η ταινία είναι σαν μια δήλωση του Χάνεκε, μια βεβαιότητα για το ότι η κακία και η κρυψίνοια είναι από τα πιο ισχυρά ανθρώπινα χαρακτηριστικά. Ομως στην ταινία που διαδραματίζεται σε ένα γερμανικό χωριό λίγο πριν ξεσπάσει ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος, τίποτα δεν δηλώνεται ευθέως, για τίποτα δεν υπάρχει ξεκάθαρη λύση, κάτι που άλλωστε συνηθίζει να κάνει ο Αυστριακός σκηνοθέτης στις ταινίες του.

Ασυνήθιστα ατυχήματα συμβαίνουν, άγνωστοι επιτίθενται σε παιδιά και τα ξυλοκοπούν βάναυσα, ενώ ο Χάνεκε παρουσιάζει μια πινακοθήκη των προσώπων του χωριού: τον βαρόνο κτηματία, τον αυστηρό πάστορα (θυμίζουν «Φάνι και Αλέξανδρος»), τον γιατρό και τον αφηγητή της ιστορίας δάσκαλο. Ομως δεν υπάρχει κεντρικό πρόσωπο, ούτε αφηγηματικός πυρήνας. Ετσι η «Λευκή κορδέλα» είναι περισσότερο μια ταινία που προσποιείται ότι είναι καλό σινεμά. (Π.ΠΑΝΑΓΟΠΟΥΛΟΣ-ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ)

Image5

Νύχτα Τετάρτης, αίθουσα Ντεμπισί. Ασπρόμαυρο ψυχοπλάκωμα με τη «Λευκή κορδέλα» του Μίκαελ Χάνεκε. Δύο ώρες και 24 λεπτά. Υστερα από ένα σύντομο φλερτ με τον Μορφέα, ευτυχώς στην αρχή του φιλμ, καταφέρνω επιτέλους να επικεντρωθώ σ’ αυτό που παρακολουθώ.

Είναι η πρώτη ταινία εποχής του Αυστριακού δημιουργού, και η σαφέστερη, επίσης, σε αναφορές στο κλασικό σινεμά – ο Μπέργκμαν και ο Ντράγιερ βαράνε νταούλια σχεδόν σε κάθε πλάνο. Πορτρέτα οικογενειών στην αυστριακή επαρχία του Α Παγκοσμίου Πολέμου. Οι πάστορες, οι γιατροί και οι γαιοκτήμονες από τη μία, οι αγρότες και ο μόχθος από την άλλη. Η γενιά που απέρχεται στο ένα μέτωπο, η καταπιεσμένη παιδικότητα και η εφηβεία στο άλλο.

Ανεξήγητες πράξεις βίας στιγματίζουν τη μέχρι πρότινος ασάλευτη, αυστηρά ιεραρχημένη καθημερινότητα. Από πού πηγάζει και πού διοχετεύεται; Τους πλούσιους ή τους φτωχούς; Τους από πάνω ή τους από κάτω; Τους μεγάλους ή τους μικρούς; Ακόμη να ξεκαθαρίσω τα νήματα τούτου του πειραγμένου «Φανί και Αλέξανδρος», και μόνο, όμως, ότι συνεχίζω να το κουρδίζω στο μυαλό μου, κάτι μου λέει για τον αντίκτυπό του. (Ρ.ΕΚΣΙΕΛ-ΕΘΝΟΣ)

Image6

Παλιός γνώριμος του Φεστιβάλ Καννών, με διακρίσεις για ταινίες που έχουν γράψει ιστορία την τελευταία 15ετία («Παράξενα παιχνίδια», «Η δασκάλα του πιάνου», «Κρυμμένος»), ο αυστριακός σκηνοθέτης Μίχαελ Χάνεκε επιστρέφει στην Κρουαζέτ με τη «Λευκή κορδέλα». Ενα τραχύ, αυστηρό, ασπρόμαυρο ψυχόδραμα που «ζητεί» την υπομονή του θεατή καθώς παρακολουθεί τη ζωή των κατοίκων σε κάποιο απομακρυσμένο χωριό της Βαυαρίας στα τέλη του 19ου αιώνα. Καθετί εδώ γίνεται υπό το βλέμμα των παιδιών: της γενιάς που όταν μεγαλώσει θα γίνει εκπρόσωπος της ναζιστικής Γερμανίας. Και πράγματι, τα εκφραστικά πρόσωπα των παιδιών (όλα παίζουν καταπληκτικά) είναι αυτά που συγκρατείς στη μνήμη, έχοντας δει αυτή την ασκητική μελέτη πάνω στην έννοια της εξουσίας που σκηνοθετήθηκε με συγκρότηση και από απόσταση. Ενας δάσκαλος που αδυνατεί να επιβληθεί, ο γαιοκτήμονας που εκμεταλλεύεται τους αγρότες, ο γιατρός που απεχθάνεται και προσβάλλει βίαια τη γυναίκα του, είναι ψηφίδες ενός υπόγειας βαρβαρότητας ψυχοδράματος, το ύφος του οποίου θυμίζει συχνά τον κινηματογράφο του Καρλ Ντράγερ. Και, όπως συμβαίνει με όλες τις ταινίες του Χάνεκε, ελάχιστα εξηγούνται στην ιστορία. «Ο,τι είναι να πω, βρίσκεται στην ταινία» δηλώνει λακωνικά ο ίδιος. «Δεν θέτω απαντήσεις παρά μόνο ερωτήσεις» συμπληρώνει.(Ι.ΖΟΥΜΠΟΥΛΑΚΗΣ-ΤΟ ΒΗΜΑ)

Image7

ΜΙΚΡΟ ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ

Image1Ο Michael Haneke γεννήθηκε το 1942 στο Μόναχο της Γερμανίας αλλά μεγάλωσε, σπούδασε και τώρα ζει, διδάσκει και σκηνοθετεί στην Αυστρία. Σπούδασε φιλοσοφία, ψυχολογία και σκηνοθεσία στο πανεπιστήμιο της Βιέννης και ξεκίνησε την καριέρα του στα τέλη της δεκαετίας του 60 γράφοντας θεατρικά ενώ λίγα χρόνια μετά άρχισε και τη σκηνοθετική του καριέρα τόσο στο θέατρο όσο και στον κινηματογράφο. Η ταινία του “Η Δασκάλα του Πιάνου” ήταν προτεινόμενη για BAFTA ξενόγλωσσης ταινίας ενώ είχε βραβευτεί τόσο στις Κάνες όσο και στα Ευρωπαϊκά βραβεία. Τρία χρόνια αργότερα με το “Ο Κρυμμένος” απέσπασε το βραβείο καλύτερης σκηνοθεσίας στις Κάνες και στα Ευρωπαϊκά βραβεία. Το 2009 τιμήθηκε με το Χρυσό Φοίνικα στο 62ο Φεστιβάλ των Καννών για την ταινία του “Das weisse Band”.

Επιλεκτική φιλμογραφία του: “Benny’s Video” (1992), “71 Fragments of a Chronology of Chance” (1994), “Funny Games” (1997), “Code Unknown” (2000), “La Pianiste” (2001), “Le Temps du Loup” (2003), “Cache” (2005), “Das weisse Band” (2009).

Image12

ΓΕΛΟΙΟΤΗΤΕΣ

Το Οικονομικό Πανεπιστήμιο της Αθήνας έκλεισε λόγω της γρίπης !!!

Πόσο γελοίος μπορεί να είναι κάποιος για να κλείσει μια σχολή, αυτές τις μέρες, με αυτή τη δικαιολογία...

Είχε ακουστεί σαν ιδέα, σαν ενδεχόμενο από κάποιο υπουργό, υφυπουργό(?) πριν από κάποιες μέρες..

Πανέξυπνο και καθόλου προκλητικό...

Πέμπτη 3 Δεκεμβρίου 2009

Ανόητες αγάπες, τελείως

Μάτια μου..

Δεν έχω χρόνο μάτια μου..
έκλεισα τα περάσματα και άμα σε παίρνει πέρνα..

ΔΕΝ ΕΧΩ ΧΡΟΝΟ ΜΑΤΙΑ ΜΟΥ

ζωγραφική δρόμου

ζωγραφική δρόμου

Δύο κόσμοι, ένα άθλημα

Δυο κόσμοι, ένα άθλημα
του , Μανώλη Σαριδάκη

Τους βλέπεις στα γήπεδα και τρώγονται, βρίζονται, κατηγορούν ο ένας τον άλλον. Τους βλέπεις εκτός γηπέδων, σε δεξιώσεις, συνέδρια, κοσμικές συναθροίσεις και ανταλλάσσουν φιλοφρονήσεις, αγκαλιάζονται, φιλιούνται. Και αναρωτιέσαι. Μα καλά. Δεν είναι οι ίδιοι άνθρωποι; Δεν είναι οι ίδιοι «επώνυμοι»; Γιατί στα γήπεδα μετατρέπονται σε λυσσασμένα σκυλιά και εκτός γηπέδων μεταλλάσσονται σε αθώα ερίφια; Τη σήμερον ημέρα, κουμάντο στο ποδόσφαιρο κάνουν οι ίδιοι άνθρωποι που κάνουν κουμάντο και στη ζωή μας. Οι επιχειρηματίες, οι καπιταλιστές, τα αφεντικά που διαθέτουν χρήμα. Γιατί λοιπόν, ενώ εκτός γηπέδων οι εν λόγω κύριοι τα βρίσκουν- τουλάχιστον σε επίπεδο κοινωνικών σχέσεων και συμπεριφοράς-, μέσα στα γήπεδα κηρύσσουν πολέμους, υποβιβάζουν το επίπεδό τους, ευτελίζονται και προσβάλλουν την αισθητική και τα ήθη μας;

Δύο είναι οι απαντήσεις. Είτε έχουμε να κάνουμε με δόκτορες Τζέκιλ και Χάιντ, είτε με ανθρώπους που ενσυνείδητα χρησιμοποιούν τον αθλητισμό για να προβληθούν, να κονομήσουν και να εξυπηρετήσουν ίδια συμφέροντα. Στην πρώτη περίπτωση πρέπει να ανατρέξουμε στον Γιουνγκ και τον Φρόιντ. Στη δεύτερη, να προκαλέσουμε παρέμβαση της Εφορίας. Της ίδιας Εφορίας που ληστεύει τους μισθωτούς και πριμοδοτεί τους λεφτάδες...

Τα Νεα, 3/12/09

Bob Dylan

Τετάρτη 2 Δεκεμβρίου 2009

Τρίτη 1 Δεκεμβρίου 2009

Bob Dylan

Βροχή

Επί τέλους βροχή...

κτίριο ΔΟΞΙΑΔΗ

Τραυματίζουν την ψυχή του Κωνσταντίνου Δοξιάδη

Θεωρείται το κατ' εξοχήν κτίριο που «χτίζει το τοπίο». Δημιούργημα του τέλους της δεκαετίας του '50, αποτελεί ώς τις ημέρες μας ένα σπάνιο δείγμα της μοντέρνας αρχιτεκτονικής στη χώρα μας. Παρ' όλα αυτά, σήμερα είναι ανυπεράσπιστο σε παρεμβάσεις «εκσυγχρονισμού», που απειλούν να αλλοιώσουν τη μορφή του.

Το συγκρότημα Δοξιάδη, που δημιουργήθηκε τέλος του '50 από τον ίδιο και τους αρχιτέκτονες Τίτο Κουραβέλλο και Αρθούρο Σκέπερς, θεωρείται η αυθεντικότερη έκφραση του «κώδικα Le Corbusier» Το συγκρότημα Δοξιάδη, που δημιουργήθηκε τέλος του '50 από τον ίδιο και τους αρχιτέκτονες Τίτο Κουραβέλλο και Αρθούρο Σκέπερς, θεωρείται η αυθεντικότερη έκφραση του «κώδικα Le Corbusier» Ο λόγος για το συγκρότημα των γραφείων Δοξιάδη, στον περιφερειακό του Λυκαβηττού, που το 2008 άλλαξε ιδιοκτήτη και ετοιμάζεται να μετατραπεί σε πολυτελείς κατοικίες.

«Υπάρχουν σοβαροί κίνδυνοι γενικευμένης αλλοίωσης της εξωτερικής μορφής του κτιρίου, που αποτελεί έμβλημα μιας σημαντικής εποχής», αναφέρει σε ανακοίνωσή της η μη κερδοσκοπική κίνηση «Monumenta», που εκφράζει γι' άλλη μία φορά την ανησυχία της για τις απειλές σε δείγματα της σύγχρονης αρχιτεκτονικής.

Υστερα από έρευνα η ομάδα πρωτοβουλίας διαπίστωσε πως δεν έχει κηρυχθεί διατηρητέο μνημείο από τα συναρμόδια υπουργεία Πολιτισμού και Περιβάλλοντος. Ζητεί εκ των υστέρων την άμεση παρέμβαση των δύο υπουργών για να σωθεί ένα κτίριο «για το οποίο ο Δοξιάδης έβαλε την ψυχή του», όπως υπογραμμίζεται στην ίδια ανακοίνωση. Θυμίζει, μάλιστα, ότι έχουν περάσει μόλις δύο χρόνια από τις μεγάλες εκδηλώσεις που είχαν οργανωθεί στο Μουσείο Μπενάκη με αφορμή τη συμπλήρωση 30 χρόνων από τον θάνατο του διεθνούς εμβέλειας πολεοδόμου.

Εργο του οραματιστή Ελληνα πολεοδόμου Κωνσταντίνου Δοξιάδη, με τη συνεργασία των αρχιτεκτόνων Τίτου Κουραβέλλου και Αρθούρου Σκέπερς, το συγκρότημα χαρακτηρίζεται η αυθεντικότερη έκφραση του «κώδικα Le Corbusier». Οι κτιριακοί όγκοι έχουν επιμελώς διασπαστεί για να «παρακολουθήσουν» την κλίση του λόφου, ενώ το χαρακτηριστικό τους είναι το εσωτερικό αίθριο με κυρίαρχο το υδάτινο στοιχείο και τη φύτευση, που εξασφαλίζει φυσικό φωτισμό και αερισμό στο εσωτερικό του συγκροτήματος. Σχεδιάστηκε για τις ανάγκες του ομίλου αλλά και της περίφημης σχολής Δοξιάδη, γι' αυτό και διαθέτει βιβλιοθήκες, θέατρο και αμφιθέατρο. Οι δύο τελευταίοι χώροι, που είχαν φιλοξενήσει κατά καιρούς σημαντικές εκδηλώσεις τέχνης και διαλόγου, έχουν από χρόνια αλλάξει χρήση, όπως και πολλοί εσωτερικοί χώροι.

Ενα άλλο χαρακτηριστικό είναι οι χρωματισμοί των όψεων, όπου κυριαρχούν η ώχρα, το γκρι και το κεραμιδί, όλα επιλογές του Γιάννη Τσαρούχη. Οι κατά καιρούς εξωτερικές ανακαινίσεις είχαν σεβαστεί τις επιλογές του μεγάλου ζωγράφου, με εξαίρεση την προσθήκη κλιματιστικών.

Τσαρούχης

«Πειρατική» αιωνιότητα για «Τρωάδες» Τσαρούχη

Μια μακέτα. Κάμποσες ασπρόμαυρες φωτογραφίες. Φυσικά, άπειρες αναμνήσεις. Ο,τι ελάχιστο είχε διασωθεί από τις ιστορικές σήμερα, avant garde στην εποχή τους, «Τρωάδες» του Γιάννη Τσαρούχη. Τουλάχιστον, αυτό νομίζαμε. Χάρη σε μια λαθραία, «πειρατική» ηχογράφηση ενός φανατικού θεατρόφιλου, του συλλέκτη Βασίλη Κυριακίδη, οι «Τρωάδες» του '77, δουλειά που συμπύκνωνε την αισθητική και τη «φιλοσοφία» του Τσαρούχη για το αρχαίο δράμα, την τέχνη και τη ζωή, διασώθηκαν.

Η ειρωνεία είναι ότι ο ίδιος απαγόρευε ρητά την ηχογράφηση και τη μαγνητοσκόπησή τους. Πολύ αργότερα θα το μετάνιωνε. Ευτυχώς, υπήρχε ο κύριος Κυριακίδης, ζαχαροπλάστης στο επάγγελμα, με τα δύο καλά κρυμμένα κασετοφωνάκια του -για να μη χάνει ούτε «και» όταν τελείωνε η κασέτα- που απ' το '59 έχει ηχογραφήσει -λαθραία φυσικά- τους πάντες. Βεάκη, Μινωτή, Χορν, Λαμπέτη, Κατράκη...

Σήμερα το πολύτιμο, ηχητικό ντοκουμέντο των «Τρωάδων», με αφορμή τα 20 χρόνια από το θάνατο του αλησμόνητου «δασκάλου», διανέμεται με το περιοδικό «Η Λέξη» των Αντώνη Φωστιέρη και Θανάση Νιάρχου (τεύχος 201). «Γιατί η αδιάλειπτη παρουσία του στη ζωή μας θέλουμε να είναι συνεχής», τονίζει ο Νιάρχος.

Η ευριπίδεια τραγωδία, σε μετάφραση και διδασκαλία Γιάννη Τσαρούχη, παρουσιάστηκε για 20 βραδιές στο γκαράζ της οδού Καπλανών τον Σεπτέμβριο του '77 (πρώτη παράσταση: 3 Σεπτεμβρίου). Αυτομάτως έγινε το θεατρικό γεγονός της χρονιάς. Ο Τσαρούχης έψαχνε καιρό για ένα χώρο ανοικτό, γκρέμισμα με «απομεινάρια» νεοκλασικών κτηρίων. Εκεί, λοιπόν στην Καπλανών στο Κολωνάκι, με φυσική σκηνογραφία τις ντουλάπες, τα μισά παράθυρα και τις εναπομείνασες μπογιές των ρημαγμένων νεοκλασικών, έστησε ένα παταράκι. Ηταν η σκηνή τών έτη -φωτός μπροστά από την εποχή- «Τρωάδων» του.

Λόγω βροχών, την 1η του Οκτωβρίου, η δουλειά που έγινε μύθος χάρη στο κοινό της -η επίσημη κριτική σκανδαλίστηκε!- μεταφέρθηκε στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά. «Πάντοτε ήτανε φίσκα. Και κάθε μέρα, οι θεατές, ασχέτως μόρφωσης, κουλτούρας ή προέλευσης, φεύγαν κλαμένοι», θυμάται η ανιψιά του, Νίκη Γρυπάρη, που συμμετείχε στο Χορό.

Ο Τσαρούχης γνώριζε την αρχαία τραγωδία καλά. Την είχε δουλέψει στο Εθνικό Θέατρο και με τον Κάρολο Κουν. «Ηθελε, όμως, να ανεβάσει με άλλο ύφος το αρχαίο δράμα. Να το απελευθερώσει από τον στόμφο», θυμάται η Κασσάνδρα των «Τρωάδων», Εύα Κοταμανίδου. Το είχε, άλλωστε, δηλώσει: «Είναι η πρώτη φορά που κάνω κάτι μόνος μου, ελεύθερος, και δεν υπόκειμαι σε αμόρφωτους σκηνοθέτες».

«Ηταν η πρώτη φορά που ακούστηκε έτσι ο τραγικός λόγος», τόνισε στη χθεσινή παρουσίαση του cd στο «Θέατρο Τέχνης» της Φρυνίχου ο επιμελητής της ηχογράφησης Βασίλης Νικολαΐδης.

Πέραν της επαναστατικής μετάφρασης, που ήταν «σχεδόν πεζή, χωρίς να χάνεται το ποιητικό ρίγος», όπως σημείωσε η Κοταμανίδου, ο Τσαρούχης ζητούσε και επαναστατική για την εποχή ερμηνεία, στη «γραμμή» του «Θεάτρου Τέχνης». «Μας ζητούσε να μιλάμε απλά», αποκαλύπτει η Κοταμανίδου. «Ζητούσε την αφαίρεση, τη λιτότητα», προσέθεσε η Ασπασία Παπαδοπεράκη, μέλος του Χορού.

Ανατροπή ήταν και η διανομή, από μόνη της. Ο Τσαρούχης επέλεξε ηθοποιούς που κανείς δεν φανταζόταν ότι μπορούσαν να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις της τραγωδίας. Η Εκάβη-Σμάρω Στεφανίδου και η Κορυφαία-Σαπφώ Νοταρά έκαναν το λόγο του Ευριπίδη «να ακουστεί οικείος, σύγχρονος». Το cd είναι αδιάψευστος μάρτυρας.

Συγκινημένοι χθες στο «Θέατρο Τέχνης» αποσπάσματά του άκουσαν οι πρωταγωνίστριες των «Τρωάδων», η Εκάβη-Σμάρω Στεφανίδου, η Ελένη-Κατερίνα Χέλμη, ο στρατιώτης-Γιώργος Χρονάς, η Τζένη Σακκά, που συμμετείχε στο Χορό, ο Διαγόρας Χρονόπουλος, ο Σταμάτης Φασουλής, ο Κωνσταντίνος Κούφαλης, ο Μιχάλης Μητρούσης κ.ά.

Οι «Τρωάδες» ανέβηκαν με Ταλθύβιο τον Χρήστο Τσάγκα, Ανδρομάχη την Αλίκη Γεωργούλη, Μενέλαο τον Γιάννη Φακή, Αθηνά τη Βίλμα Τσακίρη και Ποσειδώνα τον Νίκο Γαλιάτσο. Στις παραστάσεις της οδού Καπλανών, Ελένη ήταν η Μαρία Κωνσταντάρου - στο Δημοτικό Πειραιά η Κατερίνα Χέλμη.

Λίγοι γνωρίζουν ότι επιθυμία του Τσαρούχη ήταν να ερμηνευτεί η Κασσάνδρα, η Ανδρομάχη και η Ελένη από ένα πρόσωπο: την Ελλη Λαμπέτη. Που πάντως, δειλιάζοντας, αρνήθηκε.

Ο Τσαρούχης μετά τις «Τρωάδες» ανέβασε το 1982 τους «Επτά επί Θήβας» σε Θήβα, Λυκαβηττό και Ελευσίνα. Το '85 αναβίωσε τις «Τρωάδες» στο αρχαίο Στάδιο των Δελφών. Το '89 προετοίμαζε, εις μάτην, για το Δημοτικό Πειραιά τον «Ορέστη» του Ευριπίδη.

* Από τον «Σείριο» κυκλοφόρησε το '95 το cd «Ο Γιάννης Τσαρούχης διαβάζει και παίζει "Τρωάδες"». *

Ελευθεροτυπία 01/12/09

Bob Dylan the last one..

μικροί φόροι μικροί φόνοι

Είπε ο κ. Γιώργος Παπανδρέου μετεκλογικώς: «Η οικονομία κινδυνεύει με χρεωκοπία»! Μία.

Αμέσως μετά δήλωσε: «Η οικονομία είναι στην εντατική»! Δύο.

Και αμέσως, στο καπάκι, απεφάνθη: «Η κατάσταση είναι τραγική»! Τρεις.

Ακολούθησε χαλασμός. Εξαγγέλθηκε πάγωμα μισθών, πετάχθηκαν τα STAGE στο βάραθρο, εξαπολύθηκαν απειλές για έμμεσους φόρους (που θα πραγματοποιηθούν οσονούπω, το 2010), μπήχτηκαν έκτακτες εισφορές, ανέβηκαν τα σπρεντ, βούλιαξε η αγορά

και παρ' ότι δεν έχει έρθει ακόμα ο χειμώνας ο «κοσμάκης τα 'χει χάσει»... και,

το φάντασμα του Τρικούπη -«δυστυχώς επτωχεύσαμεν»- άρχισε να γυρίζει πάνω απ' το κεφάλι μας σαν διαφήμιση του τζαμπομπεμπέ...

Πλην όμως χθες, ο κυρ Αλμούνια δήλωσε ότι «η Ελλάδα δεν πρόκειται να χρεωκοπήσει ποτέ, διότι έχει τη στήριξη της Ευρωπαϊκής Ενωσης», ενώ εκ παραλλήλου

ο κυρ Γιούνκερ δήλωνε στο ίδιο κλίμα ότι «καμιά χώρα της ευρωζώνης δεν κινδυνεύει με πτώχευση».

Εν τέλει ποιος κινδυνολογεί;

Ο Γιωργάκης ή ο Γιωργάκης;

Βεβαίως, όταν κινδυνολογεί ο Γιωργάκης κινδυνολογεί για το καλό μας, ενώ όταν κινδυνολογούν οι Κουτόφραγκοι κινδυνολογούν για το κακό μας.

Οπως και να 'χει η κινδυνολογία και η οικονομική τρομοκρατία (πότε απ' την Αθήνα, πότε απ' τις Βρυξέλλες) έπιασαν τόπο, όλοι τώρα είναι έτοιμοι για όλα -ακόμα

και ο αξιότιμος Αμερικανός Πρέσβης βρήκε την ευκαιρία να μας συμβουλεύσει και να μας συστήσει (να μας «ενθαρρύνει» όπως λένε στην αγγλοσαξωνική) ότι «η Ελλάδα χρειάζεται την ευέλικτη εργασία»!

Δεν ήξερα ότι οι Πρέσβεις έχουν αρμοδιότητα και για την οικονομική πολιτική στην Αποικία, εν

τοιαύτη περιπτώσει να πάρει ο κ. Πρέσβης των ΗΠΑ και μιαν εκπομπή στην τηλεόραση να μας προτείνει συνταγές μαγειρικής - η φτώχεια θέλει καλοπέραση

αλλά πιο πολύ θέλει χαζοπέραση η μαζικής κατανάλωσης γκλαμουριά: έχουν ξεσκισθεί

διάφοροι στις οθόνες, να τρώνε, να μαγειρεύουν, να δοκιμάζουν, να μαγειρεύουν, να ακκίζονται, να τρώνε, να μαγειρεύουν, να ξεκατινιάζονται απ' το πρωί ώς το βράδυ

ένα ανυπόφορο εικονικό τσοκαροφαγοπότι διαφόρων απίθανων, με μια Συβαρίτικη λιγούρα, να ξερνάς με τα σάλια που τους τρέχουν μέσα στις κατσαρόλες και τα μυαλά τους μέσα στα μπρίκια.

...................................

Ομως, αν το ενδιαφέρον του κ. Πρέσβη για την ελληνική οικονομία είναι ειλικρινές, ίσως θα έπρεπε ο κ. Παπακωνσταντίνου, όστις έχει ήδη γράψει τον Προϋπολογισμό τρεις φορές, να τον γράψει και μιαν τέταρτη

ίσως και μιαν πέμπτη, αν λάβει υπ' όψιν και την αίφνης δήλωση Λοβέρδου από τις Βρυξέλλες ότι το 2016 δεν θα 'χουμε να πληρώσουμε «δώρα» και συντάξεις -no problem, ποιος ζει ποιος πεθαίνει ώς το 2016 και πάντως το προέχον σήμερα είναι να οργανωθούμε λιγάκι. Μην κινδυνολογούμε όλοι μαζί,

Δευτέρες, Τετάρτες, να κινδυνολογεί η κυβέρνηση (Παρασκευές να τα «μαζεύει»)

Τρίτες, Πέμπτες να κινδυνολογούν οι Βρυξέλλες (Σάββατα να τα «μαζεύουν») και τις Κυριακές

να μας κοιτάει στα δόντια ο Αμερικανός Πρέσβης, ποιος πάει από βδομάδα για δουλειά και ποιος πάει σπίτι του να βολοδέρνει ευέλικτα μέσα στους τέσσερις τοίχους...

zSHARE - 08 Tenebrae - First Movement _rev. 2003__ for string quartet _Golijov_.mp3

zSHARE - 08 Tenebrae - First Movement _rev. 2003__ for string quartet _Golijov_.mp3

Δευτέρα 30 Νοεμβρίου 2009

Θαλασσινός

ΡΙΛΚΕ

Αυτό είναι η νοσταλγία : να κατοικείς στο κύμα
και να μην έχεις πατρίδα μες στον χρόνο.
Κ’ οι επιθυμίες αυτί ‘ναι : σιγαλή ομιλία
Της αιωνιότητας με καθημερινές ώρες.
*
Κ’ η ζωή ΄ναι αυτό : ώσπου από ένα χτες
να βγει η μοναχικότεροι απ’ όλες τις ώρες ώρα,
που διαφορετικά απ’ τις άλλες αδερφές της
γελά και μπρος στο αιώνιο μόνο, θα σωπάσει

Buena Vista

ΑΙΟΛΙΑ

Kill Bill

ΣΤΑΘΗΣ

σινιέ ρούχα...

Η στήλη έχει μιαν αρχή: δεν κάνει ποτέ (λέμε τώρα) σκίτσα για τους ηττημένους! Στην περίπτωση της Οικογένειας Μητσοτάκη η εύκολη παραβίαση αυτής της αρχής είναι ευχαρίστησή μας...

Ασθενής που έπασχε από καρκίνο του πνεύμονος πέθανε απ' τον ιό της γρίπης. Αλλοιώς δεν θα πέθαινε ποτέ! Μπρρρ...

Πάντως οι ασθενείς που έπασχαν από κάτι άλλο, αλλά εξεδήμησαν λόγω γρίπης, ανέβηκαν στη χώρα μας στον αριθμό 18!

Ακόμα πιο ανησηχυτικό είναι το γεγονός ότι για τους ίδιους λόγους στην Κίνα τα θύματα έχουν αγγίξει τον συγκλονιστικό αριθμό των 160 ψυχών (στο 1,3 δισεκατομμύριο), υπολειπόμενον μόνον κατά δυο-τρεις χιλιάδες ψυχές τον αριθμό όσων στο ίδιο διάστημα πέθαναν από χασμουρητό με επιπλοκές τσιγαρόβηχα.

Αλλά, αν στην Κίνα οι νεκροί έχουν αγγίξει τους 160, δεν θα μάθουμε ποτέ πόσα εκατομμύρια ευρώ κρατικής δαπάνης έχει αγγίξει, μόνο στη χώρα μας, η (αντι)διαφήμιση της γρίπης, όσον και πόσα δισεκατομμύρια ευρώ έχουν τζιράρει παγκοσμίως φαρμακευτικές εταιρείες, διαφημιστικές, μεσάζοντες, αντιπρόσωποι, κράτη, οργανώσεις κι όχι μόνον, σε αυτήν την υπόθεση...

Ασε που, λόγω γρίπης ή μάλλον ενημέρωσης για τη γρίπη, οι δύο διοσκουρίνες του Υπουργείου Υγείας, η κυρία Ξενογιαννακοπούλου και η κυρία Γεννηματά, ξημεροβραδιάζονται στα κανάλια, διότι ως γνωστόν,

σε αυτήν τη χώρα, δουλειά των Υπουργών είναι

να (μας) ενημερώνουν πως (μας) δουλεύουν.

.....................................................

Μάλιστα, αναρωτιέμαι αν θα πρέπει η AGB να μετράει και το κύρος των Υπουργών (με κίνδυνο να σπάσει όλα της τα κοντέρ) αναλόγως των πρωινάδικων και των μεταμεσονυχτίων.

Κυριακή 29 Νοεμβρίου 2009

Joe Cocker

Παύλος Τσίμας

Μικρές γραφικές ιστορίες κοστίζουν σε όλους μας κάθε φορά που το σπάταλο πελατειακό κράτος συναντά τη γραφειοκρατία

Γνώμη Σαν παλιό σινεμά...

Του ΠΑΥΛΟΥ ΤΣΙΜΑ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ: 28 Νοεμβρίου 2009

Τον παλιό καλό καιρό, οι ταξιδιώτες που έφταναν σε κάποιο νησιωτικό λιμάνι, για να κατέβουν από το πλοίο, έπρεπε να περιμένουν να έρθουν οι λάντζες να φορτώσουν τους ίδιους και τις αποσκευές τους, καθώς τα πλοία της γραμμής δεν έπιαναν στον ντόκο. Ως αμοιβή, λοιπόν, των λεμβούχων, ένα μικρό ποσοστό του ακτοπλοϊκού εισιτηρίου αποδιδόταν σε αυτούς.

Έχουν περάσει 30 χρόνια και βάλε από τότε που ο τελευταίος λεμβούχος έβγαλε τον τελευταίο επιβάτη σε ελληνικό νησί. Αλλά τα λεμβουχικά παρακρατούνται ακόμη. Άκουσα, μάλιστα, ότι μια ένωση λεμβούχων (την οποία προφανώς απαρτίζουν οι εγγονοί των τελευταίων αληθινών βαρκάρηδων) διένειμε πέρυσι στα 10 περίπου μέλη της, περί τα 400.000 ευρώ, ως μέρισμα υποθετικής κωπηλασίας.

Είναι μια μικρή γραφική ιστορία, από τις πολλές που γεννιούνται, κάθε φορά που το αθάνατο ελληνικό πελατειακό σύστημα συναντά την αθάνατη, επίσης, ελληνική γραφειοκρατία. Δεν είναι, όμως, η μοναδική τέτοια ιστορία.

Τον παλιό καλό καιρό, επίσης, όταν πηγαίναμε σινεμά, μας έκοβε το εισιτήριο ένας κοστουμαρισμένος και σκυθρωπός κύριος, που έριχνε το απόκομμα σε μια πλαστική σακούλα. Ήταν εφοριακός που έκοβε και μετρούσε τα εισιτήρια κάθε βράδυ, για να υπολογιστεί ο φόρος που χρωστούσε να πληρώσει ο αιθουσάρχης. Για να πληρώνεται, λοιπόν, ο εισιτηριοκόπτης την υπερωρία του, είχε καθιερωθεί να παρακρατείται από το αντίτιμο του εισιτηρίου ένα μικρό ποσοστό υπέρ των εφοριακών ελεγκτών.

Πέρασαν χρόνια, οι αίθουσες του σινεμά έγιναν μούλτιπλεξ, τα εισιτήριά τους έγιναν ηλεκτρονικά και εφοριακός στο κατώφλι κινηματογράφου έχει δεκαετίες ολόκληρες να φανεί. Ωστόσο η κράτηση υπέρ εφοριακών στα εισιτήρια δεν έχει καταργηθεί. Την πληρώνουμε ακόμη. Κάθε χρόνο, υπολόγισαν ανήσυχοι κινηματογραφιστές, περίπου ένα εκατομμύριο ευρώ, από τα εισιτήρια των κινηματογράφων της χώρας, πηγαίνει υπέρ ανυπάρκτων εφοριακών, με άγνωστη τελική κατάληξη.

Κι υπάρχουν εκατοντάδες παρόμοιες ιστορίες. Η κάθε μία από αυτές είναι μικρή, οικονομικά ασήμαντη, σχεδόν αστεία. Όλες μαζί, όμως, συγκροτούν ένα πρόβλημα που δεν είναι καθόλου για γέλια.

Ας μείνουμε στο παράδειγμα του σινεμά. Από τον φόρο που πληρώνουμε με κάθε εισιτήριο κινηματογράφου και ένα επιπλέον μικρό κονδύλι από τον προϋπολογισμό, το κράτος διαθέτει κάθε χρόνο 18 εκατομμύρια για την ενίσχυση της εθνικής κινηματογραφικής παραγωγής. Από αυτά τα 18, το ένα το παίρνουν οι ανύπαρκτοι εφοριακοί, άλλα άλλοι και, εν τέλει, η πραγματική παραγωγή ταινιών εισπράττει περί τα 3 με 4 εκατομμύρια τον χρόνο. Θαύμα!

Επαναλαμβανόμενο, μάλιστα, θαύμα.

Ανάλογη τύχη έχουν και με ανάλογο τρόπο διοχετεύονται στους τελικούς αποδέκτες τους και πολύ μεγαλύτερα κονδύλια που προορίζονται για πολύ σημαντικότερους οικονομικά και κοινωνικά σκοπούς: την παιδεία, την υγεία και τις δημόσιες επενδύσεις. Σαν να χύνεις νερό σε χιλιοτρύπητο λαγήνι, οι πόροι που επενδύει το Δημόσιο διαρρέουν, με φανταστικές λάντζες, που μεταφέρουν ανύπαρκτους εφοριακούς, που εισπράττουν ενδεχομένως και κάποιο νοσταλγικό επίδομα καυσοξύλων από τα παλιά, μαζί με έναν πελώριο αριθμό επιτροπών δίχως αντικείμενο και υπηρεσιών ολόκληρων δίχως νόημα, προς άγνωστη κατεύθυνση. Κι ένα μικρό μόνον μέρος των πόρων αυτών καταφέρνει να ξεγλιστρήσει ώς τον πραγματικό του προορισμό.

Η επίδοση έχει μετρηθεί. Μια διεθνής έρευνα- την οποία παρουσιάζει ο καθηγητής Β. Ράπανος, σε πρόσφατη μελέτη του- μέτρησε ότι η αποτελεσματικότητα των εκροών του Ελληνικού Δημοσίου είναι μόλις 62%. Δηλαδή, οι παραγόμενες από το κράτος υπηρεσίες θα ήταν ίδιες αν το κράτος ξόδευε- αποτελεσματικά- το 62% των πόρων που σήμερα ξοδεύει. Το 38% που περισσεύει πάει άχρηστο, πετιέται στα σκουπίδια. Όπερ σημαίνει ότι αν το Ελληνικό Δημόσιο κατάφερνε να δαπανά τα χρήματά του, αν όχι με επίπεδα αποτελεσματικότητας σαν το 94% της Ελβετίας ή το 93% της Αυστρίας, αλλά έστω με το 78% που είναι ο μέσος όρος της ευρωζώνης, θα είχε και οικονομία πολλών δισεκατομμυρίων ευρώ (αρκετών για να μειωθεί το δημοσιονομικό έλλειμμα) και (το σπουδαιότερο) καλύτερο επίπεδο παρεχόμενων υπηρεσιών στους φορολογούμενους πολίτες του.

Αναρωτιέται λοιπόν κανείς, αφού όλοι μάς πιέζουν να μειώσουμε τις δημόσιες δαπάνες μας για να απογομωθεί η δημοσιονομική βόμβα πάνω στην οποία καθόμαστε, γιατί δεν αρχίζουμε να κόβουμε από αυτό το 38% των σπαταλημένων πόρων πριν αναζητήσουμε τις γνωστές «επώδυνες λύσεις»;
Σύμφωνα με έρευνα, το 38% των χρημάτων που δαπανά το ελληνικό κράτος είναι άχρηστο, πετιέται στα σκουπίδια