Σάββατο 8 Ιανουαρίου 2022

Βροχή μου ~ Χρήστος Θηβαιος


 

Χρήστος Γιανναράς, «Ouverture»


 

Ἀδελφιδός μου παρῆλθε·
ψυχή μου ἐξῆλθεν ἐν λόγῳ αὐτοῦ.

Γνωρίζουμε τὸν ἔρωτα μόνο στὴν ἀπόσταση τῆς ἀποτυχίας. Πρὶν τὴν ἀποτυχία δὲν ὑπάρχει γνώση· ἡ γνώση ἔρχεται πάντα μετὰ τὴ βρώση τοῦ καρποῦ. Σὲ κάθε ἔρωτα ξαναζεῖ ἡ ἐμπειρία τῆς γεύσης τοῦ παραδείσου καὶ τῆς ἀπώλειας τοῦ παραδείσου. Σπουδάζουμε τὸν ἔρωτα μόνον ἐξόριστοι ἀπὸ τὴν πληρότητα τῆς ζωῆς ποὺ αὐτὸς χαρίζει.

Στὴν ἐμπειρία τοῦ ἔρωτα εἴμαστε ὅλοι πρωτόπλαστοι. Ἡ πείρα τῶν ἄλλων δὲν μᾶς μαθαίνει τίποτα γιὰ τὸν ἔρωτα. Εἶναι γιὰ τὸν καθένα μας τὸ ἀρχέγονο καὶ μέγιστο μάθημα τῆς ζωῆς, ἡ ἀρχέγονη καὶ μέγιστη ἐξαπάτηση. Μέγιστο μάθημα, γιατὶ σπουδάζουμε στὸν ἔρωτα τὸν τρόπο τῆς ζωῆς. Καὶ μέγιστη ἐξαπάτηση, ἀφοῦ αὐτὸς ὁ τρόπος ἀποδείχνεται ἀνέφικτος γιὰ τὴν ἀνθρώπινη φύση μας.

Ἡ ἀνθρώπινη φύση μας (αὐτὸ τὸ ἀκαθόριστο κράμα τῆς ψυχῆς καὶ τοῦ κορμιοῦ μας) «ξέρει», μὲ φοβερὴ ὀξυδέρκεια πέρα ἀπὸ νοήματα, πὼς ἡ πληρότητα τῆς ζωῆς κερδίζεται μόνο στὴν ἀμοιβαιότητα τῆς σχέσης. Στὴν ἀμοιβαία ὁλοκληρωτικὴ αὐτοπροσφορά. Γι᾿ αὐτὸ καὶ ἐπενδύει ἡ φύση μας στὸν ἔρωτα ὅλη τὴ ἀπύθμενη δίψα της γιὰ ζωή. Δίψα τοῦ κορμιοῦ καὶ τῆς ψυχῆς μας.

Διψᾶμε τὴ ζωή, καὶ τὸ ἐνδεχόμενο τῆς ζωῆς περνάει μόνο μέσα ἀπὸ τὴ σχέση μὲ τὸν Ἄλλον. Στὸ πρόσωπο τοῦ Ἄλλου ἀναζητᾶμε τὴ δυνατότητα τῆς ζωῆς – τὴν ἀμοιβαιότητα στὴ σχέση. Ὁ Ἄλλος γίνεται τὸ «σημαῖνον» τῆς ζωῆς, ἡ αἰσθητὴ ἀνταπόκριση στὴν πιὸ βαθειὰ καὶ κυρίαρχη τῆς φύσης μας ἐπιθυμία. Ἴσως αὐτὸ ποὺ ἐρωτευόμαστε νὰ μὴν εἶναι τὸ πρόσωπο τοῦ Ἄλλου, ἀλλὰ ἡ δίψα μας ἔνσαρκη στὸ πρόσωπό του. Ὁ Ἄλλος νὰ εἶναι πρόσχημα κι ἡ αὐτοπροσφορά μας αὐταπάτη. Ὅμως κι αὐτὸ θὰ διαφανεῖ μόνο στὴν ἀπόσταση τῆς ἀποτυχίας.

Μετὰ τὴν ἀποτυχία ξέρουμε ὅτι ὁ ἔρωτας εἶναι ὁ τρόπος τῆς ζωῆς, ἀλλὰ τρόπος ἀνέφικτος γιὰ τὴν ἀνθρώπινη φύση μας. Ἡ φύση μας διψάει ἀπεγνωσμένα τὴ σχέση, δίχως νὰ ξέρει νὰ ὑπάρχει μὲ τὸν τρόπο τῆς σχέσης. Δὲν ξέρει νὰ μοιράζεται, νὰ κοινωνεῖ, ξέρει μόνο νὰ ἰδιοποιεῖται τὴ ζωή, νὰ τὴν κατέχει καὶ νὰ τὴν νέμεται. Ἂν ἡ γεύση τῆς πληρότητας εἶναι κοινωνία τῆς ζωῆς μὲ τὸν Ἄλλον, ἡ ὁρμὴ τῆς φύσης μας ἀλλοτριώνει τὴν κοινωνία σὲ ἀπαίτηση ἰδιοκτησίας καὶ κατοχῆς τοῦ Ἄλλου. Ἡ ἀπώλεια τοῦ παραδείσου δὲν εἶναι ποτὲ ποινή, εἶναι μόνο αὐτοεξορία.

Τὸν τρόπο τῆς ζωῆς τὸν σπουδάζουμε πάντοτε σὰν χαμένο παράδεισο. Τὸν ψηλαφοῦμε στὴ στέρηση, στὸ ἐκμαγεῖο τῆς ἀπουσίας του. Ἔγγλυφο ἴχνος τοῦ τρόπου τῆς ζωῆς εἶναι ἡ πίκρα τῆς μοναξιᾶς στὴν ψυχή μας, ἡ ἀνέραστη μοναχικότητα. Γεύση θανάτου. Μὲ αὐτὴ τὴ γεύση μετρᾶς τὴ ζωή. Πρέπει νὰ σὲ ναυτολογήσει ὁ θάνατος γιὰ νὰ περιπλεύσεις τὴ ζωή, νὰ καταλάβεις ὅτι πρόκειται γιὰ τὴν πληρότητα τῆς σχέσης. Τότε ξεδιακρίνεις τὶς ἀκτὲς τοῦ νοήματος: Ζωὴ σημαίνει νὰ παραιτεῖσαι ἀπὸ τὴν ἀπαίτηση τῆς ζωῆς γιὰ χάρη τῆς ζωῆς τοῦ Ἄλλου. Νὰ ζεῖς, στὸ μέτρο ποὺ δίνεσαι γιὰ νὰ δεχθεῖς τὴν αὐτοπροσφορὰ τοῦ Ἄλλου. Ὄχι νὰ ὑπάρχεις, καὶ ἐπιπλέον νὰ ἀγαπᾶς. Ἀλλὰ νὰ ὑπάρχεις μόνο ἐπειδὴ ἀγαπᾶς, καὶ στὸ μέτρο ποὺ ἀγαπᾶς.

Διψᾶμε τὴ ζωὴ καὶ δὲν τὴν διψᾶμε μὲ σκέψεις ἢ νοήματα. Οὔτε καὶ μὲ τὴ θέλησή μας. Τὴν διψᾶμε μὲ τὸ κορμὶ καὶ τὴν ψυχή μας. Ἡ ὁρμὴ τῆς ζωῆς, σπαρμένη μέσα στὴ φύση μας, ἀρδεύει κάθε ἐλάχιστη πτυχὴ τῆς ὕπαρξής μας. Καὶ εἶναι ὁρμὴ ἀδυσώπητη γιὰ σχέση, γιὰ συν-ουσία: Νὰ γίνουμε ἕνα μὲ τὴν ἀντι-κείμενη οὐσία τοῦ κόσμου, ἕνα μὲ τὸ κάλλος τῆς γῆς, τὴν ἀπεραντοσύνη τῆς θάλασσας, τὴ νοστιμιὰ τῶν καρπῶν, τὴν εὐωδιὰ τῶν ἀνθῶν. Ἕνα κορμὶ μὲ τὸν Ἄλλον. Ὁ Ἄλλος εἶναι ἡ μόνη δυνατότητα νὰ ἔχει ἀμοιβαιότητα ἡ σχέση μας μὲ τὸν κόσμο. Εἶναι τὸ πρόσωπο τοῦ κόσμου, ὁ λόγος κάθε ἀντι-κείμενης οὐσίας. Λόγος ποὺ ἀπευθύνεται σὲ μένα καὶ μὲ καλεῖ στὴν καθολικὴ συν-ουσία. Μοῦ ὑπόσχεται τὸν κόσμο τῆς ζωῆς, τὸ ἔκπαγλο κόσμημα τῆς ὁλότητας. Στὴ μία σχέση.

 

Χρήστος Γιανναράς, Σχόλιο στο Άσμα Ασμάτων (εκδ. Δόμος).

Ὁ Χρῆστος Γιανναρᾶς γεννήθηκε τὸ 1935 στὴν Ἀθήνα ὅπου καὶ σπούδασε Θεολογία, ἐνῷ συνέχισε μὲ σπουδὲς Φιλοσοφίας στὴ Βόννη καὶ τὸ Παρίσι. Διδάκτωρ Θεολογίας τοῦ Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης καὶ Φιλοσοφίας τοῦ Πανεπιστημίου τῆς Σορβόννης.

Διετέλεσε καθηγητὴς φιλοσοφίας στὸ Πάντειο Πανεπιστήμιο Πολιτικῶν καὶ Κοινωνικῶν Ἐπιστημῶν τῆς Ἀθήνας, στὸ Τμῆμα Διεθνῶν καὶ Εὐρωπαϊκῶν Σπουδῶν. Ἐπίσης, ἔχει διδάξει βυζαντινὴ θεολογία καὶ Φιλοσοφία στὸν Ἅγιο Σέργιο Παρισίων, στὸ Ἰνστιτοῦτο Οἰκουμενικῶν Σπουδῶν (Παρίσι), στὴ Θεολογικὴ Σχολὴ τῆς Γενεύης, στὴ Φιλοσοφικὴ Σχολὴ Κρήτης (Ρέθυμνο) κ.ἀ.

Κορυφαία προσωπικότητα στὸ χῶρο τῆς θεολογίας καὶ τῆς φιλοσοφίας, ἔχει δημοσιεύσει περὶ τὰ ἑξήντα (60) βιβλία, μερικὰ ἀπὸ τὰ ὁποῖα ἔχουν μεταφραστεῖ στὰ ἀγγλικά, γαλλικά, γερμανικά, ρωσικά, ρουμανικά, σερβικά, ἰταλικά.

Τὸ κύριο μέρος τῆς συγγραφικῆς του ἐργασίας ἀντιπροσωπεύει μακρὰ πορεία σπουδῆς καὶ ἔρευνας τῶν διαφορῶν ἀνάμεσα στὴν ἑλληνικὴ καὶ τὴ δυτικοευρωπαϊκὴ φιλοσοφία καὶ παράδοση· διαφορῶν ποὺ δὲν ἐξαντλοῦνται στατικὰ στὸν τόπο τῆς θεωρίας, ἀλλὰ καθορίζουν τὸν τρόπο ἢ τὴν πρακτικὴ τοῦ βίου, δηλαδὴ ὅ,τι ὀνομάζουμε πολιτισμό.

Παράλληλα, μὲ τακτικὴ ἐπιφυλλιδογραφία (παλαιότερα ἐπὶ δέκα χρόνια στὸ Βῆμα καὶ ἀπὸ τὸ 2000 στὴν Καθημερινή) παρεμβαίνει στὴν κοινωνικὴ καὶ πολιτικὴ ἐπικαιρότητα.

Κάποιες συγγραφικές του ἀπόπειρες νὰ καταθέσει μαρτυρία τῆς ἐμπειρίας γεγονότων, περιηγήσεων ἢ παθῶν, θὰ μποροῦσαν ἴσως νὰ ἐνδιαφέρουν τὴ λογοτεχνία.

 

http://users.uoa.gr/~nektar/history/tributes/xrhstos_giannaras/


Ο μύθος της δεμένης οικογένειας


Αρκετές φορές η καχυποψία και η δυσπιστία εμπεριέχουν τον τρόμο μήπως αφεθούμε έρμαια στη φαντασιωσική παντοδύναμη μητέρα (κοινωνία, κράτος, εξουσία, σύντροφο, θεότητα, θεραπεία κλπ.) Είναι χρήσιμο να διευκρινιστεί ότι στατιστικά οι «δεμένες» οικογένειες «δένονται» κυρίως από τις ανάγκες της μητέρας που φυσικά δεν καλύπτονται από την συναισθηματική οντότητα του πατέρα-συζύγου.

Οι ανάγκες αυτές μαρτυρούν την ψεύτικη νίκη της επί του αρσενικού. Διατηρείται με αυτό τον τρόπο το παιδί ως λάφυρο εξαρτητικό που υπενθυμίζει την κυριαρχία της. Είναι κατανοητό πως σ' αυτή τη μάχη κανένας δεν έχει κερδίσει. Ο μόνος ηττημένος είναι το παιδί.

Γνωρίζουμε πως η εξατομίκευσή του πραγματοποιείται με φυσιολογική οριοθέτηση ανάμεσα στην ηλικία των 1,5-3 ετών. Στη βρεφική ηλικία αρκετές μητέρες μέσα στα όρια της δικής τους διάθεσης να «ελέγχουν καταστάσεις» εμποδίζουν την εξατομίκευση των παιδιών τους και φυσικά και τον αποχωρισμό τους. Μεταδίδουν υπαινιγμούς για τη δική τους εσωτερική δομή και ανασύρουν από βαθύτερα επίπεδα έκδηλες επιθυμίες τους. Υπεύθυνη είναι η πρόθεση να μην «εγκαταλειφθούν».

Αυτοκαταδικάζονται όμως να κουβαλούν χωρίς τέλος τα παιδιά τους και καταδικάζουν αυτά να κουβαλούν εκείνες. Τα μαθαίνουν να αξιολογούν τον (από)χωρισμό ως εγκατάλειψη και καταστροφή. Η υποτιθέμενη βαθμιαία χειραφέτηση του παιδιού ουσιαστικά θυσιάζεται στο βωμό των γονεϊκών ασυνείδητων διαθέσεων.

Είναι αλήθεια ότι ο άνθρωπος αισθάνεται την ανάγκη να ανήκει πλήρως σε μία ομάδα, να αντιλαμβάνεται στο όριο αυτής της ομάδας την εξασφάλιση μιας στενής και πολύ προσωπικής σχέσης, να εισπράττει στοργικό συναίσθημα και μέσα από τη σεξουαλική παρόρμησή του να δίνει βαθιά και αληθινή στοργή σε κάποιον άλλο. Αν ο γονιός δεν ικανοποίησε αυτή την ανάγκη του με το σύντροφο που επέλεξε (επειδή δεν είχε προετοιμαστεί για αυτή τη συναλλαγή στην πρώτη του οικογένεια), μεταφράζει αθέλητα ο ίδιος τον ερωτισμό του σε στοργή και «αποπλανά» το ευάλωτο παιδί του. Διευκολύνει τον εκπαιδευόμενο συναισθηματικά από αυτόν απόγονό του να «δεθεί» μαζί του, να ανταλλάξουν μεταξύ τους σιωπηλά «όρκους» αποκλειστικής «ένωσης».

Ο στενός προσωπικός τους δεσμός, αν και μοιάζει να αφήνει «απ΄ έξω» τον άλλο γονιό, ουσιαστικά τον «βολεύει», επειδή στη μορφή της σχέσης που έχει διαμορφωθεί διατηρεί ένα ρόλο που έχει μάθει καλά από την παλιά του οικογένεια: αυτόν της «παραδοσιακής ζητιανιάς αισθημάτων». Όλα τα μέλη της πρωταρχικής ομάδας επιτελούν έργο συνοχής στην οικογένεια και «δένονται» για να μη «λυθούν» από τη νοσηρότητα των εσωτερικών προθέσεων.

Η υπενθύμιση που ακούμε «Είμαστε πολύ δεμένη οικογένεια» κρύβει τη διευκρίνιση-απειλή «Κανένας μας από αυτή την οικογένεια δεν είναι έτοιμος (ώριμος) να αποχωριστεί κανέναν». Επομένως, κανείς από τα μέλη της δεν διατηρεί το δικαίωμα να σηματοδοτήσει την οντότητά του, εξατομικεύοντας το δικό του ψυχολογικό στίγμα με αποχωρισμό του δικού τους ψυχολογικού στίγματος. Υπογραμμίζεται έτσι η ερμηνεία μιας απόλυτα εχθρικής υπενθύμισης: «Όποιος πάψει να είναι δεμένος, θα τιμωρηθεί ανελέητα με την αποκοπή του από την «αγάπη» και τη φροντίδα».

Οι απόγονοι περίπου ανάλογων σε νοοτροπία οικογενειών διακατέχονται από αίσθημα εσωτερικής ερημίας, που επιδρά σε όλα τα επίπεδα των δραστηριοτήτων τους. Οι γονείς που δυσκολεύουν ή και απαγορεύουν τις διαπροσωπικές συναλλαγές των παιδιών τους με τα εκτός εστίας πρόσωπα χωρίζουν την πραγματικότητα της ζωής και των δύο πλευρών με αυθαίρετο τρόπο. Ένας σημαντικός όμως αριθμός από αυτά τα άτομα έχει ή αποκτά τα στοιχεία της προσωπικότητας ενός καταθλιπτικά οργανωμένου ανθρώπου.

Είναι αλήθεια πως στις οικογένειες αυτές υπάρχουν μυστικά. Αρκετές φορές κατά τη θεραπευτική επαφή μαζί τους αναρωτιέσαι αν τα μυστικά δημιουργούν το «δέσιμο» ή το «δέσιμο» δημιουργεί προϋποθέσεις μέσα από την ιδιαιτερότητα μιας επικοινωνίας που γεννά μυστικά. Όταν μια κρυφή διάσταση των σχέσεων ή των συνηθειών βγει στην επιφάνεια, κινδυνεύει η νοσηρή συνοχή της οικογένειας. Ο νόμος της σιωπής καλλιεργεί ορατές συνέπειες, ακριβώς ίδιες με αυτές που η διάθεση και η σκέψη της αλήθειας προετοιμάζουν. Χωρίς να αποτελεί στατιστικό δεδομένο, τα τελευταία δώδεκα χρόνια που παρακολούθησα έντεκα οικογένειες με αντίστοιχη ψυχοπαθολογία, στις δύο υπήρχε αιμομικτική σχέση.

Το οικογενειακό «δέσιμο» διαχέεται στις μύχιες ανάγκες των μελών και εξελίσσεται σε Προκρούστη των απεξαρτητικών σχέσεων, που κόβει, ράβει και τους φέρνει όλους στα μέτρα του. Με ένα σχεδόν ιδεοψυχαναγκαστικό τρόπο, το «Εγώ» της οικογένειας αφιερώνεται στη νομοθετική κατοχύρωση των επίμονων και μη ηθελημένων σκέψεων προστασίας από την ανευλαβή εξάρτηση. Οι ενέργειες που δηλώνουν στην ασυνείδητη διάσταση τους την εξιλέωση αποκτούν υποστηρικτική βάση για την αυτοαγάπη των μελών.

Ας στραφούμε σε μία άλλη έκφανση της σημερινής πραγματικότητας. Πόσα χρόνια παραμένουν οι νέες γενιές κάτω από την πατρική-μητρική στέγη; Βαυκαλίζονται όλοι πως είναι πρακτικοί οι λόγοι που κρατούν ένα νέο άνθρωπο κολλημένο στην ηλικία των είκοσι πέντε, των τριάντα ή και τριάντα πέντε χρόνων στην πρώτη εστία. Οι γονείς αισθάνονται σιγουριά και ασφάλεια που έχουν κοντά τους (υπό τον έλεγχο τους) το γιο ή την κόρη τους. Δεν διακινδυνεύουν κανέναν αποχωρισμό και δεν συνταξιοδοτούνται από τον αρχικό τους ρόλο. Αυτό το σενάριο εξυπηρετεί.

Υποτίθεται πως οι γονείς αποκτούν παιδιά με αρχική πρόθεση να τους προσφέρουν επαρκή κάλυψη των υλικών και συναισθηματικών τους αναγκών. Όσο μεγαλώνουν όμως, χρειάζεται να μειώνουν (κατάλληλη ματαίωση) την φροντίδα και την προστασία τους προς αυτά, έτσι ώστε να δοκιμάσουν τα ίδια να φροντίσουν τον εαυτό τους. Αναφερόμαστε στην αντικατάσταση της αρχής της ηδονής (ευχαρίστησης) από την αρχή της πραγματικότητας. Δυστυχώς, ωριμότητα και προσκόλληση δεν ταιριάζουν.

Δεν μπορείς να υποστηρίζεις «Άντε να κάνεις γάμο να δούμε κι εμείς εγγόνια» και ταυτόχρονα να υποσκάπτεις τις επιλογές του παιδιού σου για εραστή ή ερωμένη. Ένας άνθρωπος εκπαιδεύεται να είναι ή εξαρτημένος ή ανεξάρτητος. Εκπαιδεύεται να εξελιχθεί ή αυτοκυβερνώμενος ή υποταγμένος. Βεβαίως είναι απαραίτητο να προσαρμοστεί το «Θέλω να ικανοποιηθούν όλες οι επιθυμίες μου εδώ και τώρα» στο «Κάποιες επιθυμίες μου, επειδή μπορεί να δημιουργήσουν δυσκολίες, ίσως να περιμένω πιο κατάλληλη στιγμή για να τις εκφράσω». Ο ρόλος του γονιού είναι εξισορροπητικός μεταξύ του «ικανοποιώ» και «ματαιώνω».

Εκείνοι οι άνδρες και εκείνες οι γυναίκες που μέσα από την ανώριμη εξέλιξή τους έχουν εναποθέσει – επειδή το καλλιεργούν οι γονείς – το λίκνισμα της ενήλικης ζωής στην βρεφική κούνια της παλιάς οικογένειας, κάποια στιγμή στη φάση της έντονης αμφιθυμίας, αποφασίζουν να πραγματοποιήσουν γάμο! Σε αυτό το κομφούζιο της εσωτερικής διαταραχής που αναδεικνύεται σταδιακά, η γέννηση των παιδιών θεωρείται λύση και διέξοδος. Η απόκτηση παιδιών είναι η μόνη πράξη ζωής στον επερχόμενο δικό τους θάνατο και επιτρέπει μία συνέχεια βίου στους γεννήτορες. Φυσικά όμως, δεν λύνει τα προβλήματά τους. Αντίθετα τα φορτώνει στο μέλλον των παιδιών. Στην αρχή του γάμου και ιδιαίτερα με την απόκτηση παιδιών, είναι περισσότερο από ποτέ απαραίτητο, να αποεπενδύσουν από τον πατρικό-μητρικό χώρο και να επενδύσουν στο νέο χώρο (συζυγικό).

Η πρώτη οικογένεια παρουσιάζει τον «εαυτό» της ως ομάδα που δεν μπορεί να θέλει το κακό του παιδιού της. Είναι μία «αγία» οικογένεια. Άρα η «κακότητά» της δεν είναι υπαρκτή. Τα αίτια των περιορισμών και της απουσίας εμπιστοσύνης προς αυτούς που δεν ανήκουν στην στενή οικογένεια ονομάζονται «προστασία από την εχθρότητα των ξένων».

Τα υποχθόνια συναισθήματα με την έντονη επιθετικότητα ανήκουν στους ξένους, σε αυτούς που η οικογένεια εμπιστεύθηκε (πχ για φίλο ή σύζυγο) το παιδί της. Πρόκειται για τα ίδια πρόσωπα που με την παρουσία τους βάζουν σε κίνδυνο το δέσιμο της τριάδας. Όπως έχουμε διαπιστώσει, το «δεμένο» με την παλαιά οικογένεια μέλος αποδίδει τους «δαίμονες» στη νέα του οικογένεια. Σαν τον κακοποιημένο που, μόλις βρει ευκαιρία, θα κακοποίηση και καραδοκεί να εφαρμόσει τη γνώριμη σε εκείνον συμπεριφορά.

«Κατοχυρώνει» τα παιδιά του φροντίζοντας να μην αποκτήσουν ποτέ αυτοπραγμάτωση και συναισθηματική απελευθέρωση. Φροντίζει δηλαδή να αφομοιώσουν τόσο πολύ το σχεσιακό μοτίβο της οικογένειας ώστε «δεμένοι» πλέον με αυτή να φοβούνται οποιαδήποτε αποστασιοποίηση. Και όταν τούτο συμβαίνει για λόγους ενορμητικούς, κοινωνικής συνήθειας ή άλλους, γίνεται με τόσο οδυνηρό τρόπο που το ανθρώπινο συναίσθημά τους χάνει κάθε αυτονομία και δημιουργικότητα. Μετατρέπεται σε απλή αναπαράσταση ενός οικογενειακού αρχείου ή πρωτοκόλλου με παθητική ακρόαση του προσωπικού τους Είναι.

Επειδή αποπλανητικά οι γεννήτορες χρόνια έχτιζαν εξαρτητική σχέση με το παιδί, αυτό νιώθει ότι με τον γάμο του τους προδίδει. Αιτία της «προδοσίας» βαφτίζεται ο/ή σύζυγος. Διαθέσεις εχθρικές έναντι εκείνου που τους «έκλεψε» από τη μητρική/πατρική αγκαλιά οριοθετούν το είδος σχέσης με τον επιλεγμένο σύντροφο.

Παράδειγμα:

Τριαντοχτάχρονος δικαστικός, μοναχοπαίδι και με τους δύο γονείς εν ζωή, πραγματοποίησε γάμο πριν από 13 χρόνια. Απέκτησε 4 παιδιά μετά από επαναλαμβανόμενη και πιεστική επιθυμία της συζύγουτου. Ενώ είναι ευγενικός και γλυκομίλητος, ο λόγος του όποτε αναφέρεται στη γυναίκα του – αν και λέει θετικές κουβέντες για αυτή – αποπνέει μία «θυμωμένη αίσθηση». Φέρεται ικανοποιημένος που οι γονείς του διατηρούν ακόμη το δωμάτιό του όπως το άφησε πριν νυμφευθεί. Αγοράζει βιβλία, διακοσμητικά αντικείμενα και μικροέπιπλα που τα πηγαίνει στο πατρικό σπίτι, αν και γνωρίζει πως μετά το θάνατο των γονιών του τίποτα από όλα αυτά δεν μπορεί να μεταφερθεί στη συζυγική του κατοικία για πρακτικούς λόγους, όπως ο ίδιος διευκρινίζει. Αρκετές φορές πηγαίνει και κοιμάται με τους γονείς του. Δεν μπορεί να σκεφθεί, και ιδιαίτερα για τη μητέρα του, ότι μπορεί να πεθάνουν. Κουβεντιάζοντας σε συνεδρία τη δυσκολία του να «σηκώσει το πόδι» από την αρχική οικογένεια σχολίασε: «Μέχρι σήμερα, όταν προσεύχομαι να δίνει ο Θεός στα δικά μου πρόσωπα υγεία, χρησιμοποιώ την εξής σειρά: στη μητέρα μου, στον πατέρα μου, σε εμένα, στα παιδιά μου και στη γυναίκα μου. Λέτε η ιεράρχηση να έχει σχέση με αυτή τη δυσκολία μου;»

Πράγματι, η ανάγκη να διασφαλιστεί η υγεία αυτών που αγαπάμε είναι ένα γεγονός που πιστοποιεί έντονο δεσμό μαζί τους. Έτσι, αποτυπώνεται με χαρακτηριστικό τρόπο στη μεταφυσική (θρησκευτική) έκφραση του «παρακαλώ και ζητώ» ως επιθυμία να υπάρχουν. Παρενθετικά, η συνήθης πορεία που θα υποδήλωνε και θρησκευτικά και ψυχολογικά μία μορφή ωρίμανσης ακολουθεί περίπου την πιο κάτω διαδρομή: «Να είναι καλά οι γονείς μου κι εγώ» όταν είναι παιδί. «Να είναι καλά ο/η σύντροφός μου, οι γονείς μου κι εγώ» όταν έχει ξεκινήσει την «απόσυρση» από την πρώτη οικογένεια και έχει αρχίσει να επενδύει στη συζυγική του σχέση. «Να είναι καλά τα παιδιά μου, ο/η σύντροφός μου, οι γονείς μου κι εγώ» όταν είναι πλέον γεννήτορας και ιεραρχικά κυριαρχεί μέσα του η δεύτερη οικογένεια.

Τα παιδιά των «δεμένων πρωταρχικών τριγώνων» δεν χαίρονται που απαλλάσσονται από το σώμα της πρώτης τους οικογένειας και φυσικά ούτε και οι γονείς τους, για να συμμετάσχουν συνεργατικά με το συντροφικό άτομο στο χτίσιμο μιας άλλης οικογένειας. Εκδηλώνουν θυμό για το δήθεν βίαιο απογαλακτισμό τους. Βιώνουν πανικό στη δοκιμή να αλλάξουν ρόλο και από παιδιά να λειτουργήσουν ως εραστές και γεννήτορες. Εισπράττουν τεράστιο φόβο για έναν αποχωρισμό που μακριά από τους γονείς μοιάζει με θάνατο. ... το παιδί επιθυμεί και πιστεύει να μείνει αιωνίως προσκολλημένο.

Αν προσπαθούμε να ξεφύγουμε από το άγχος του αποχωρισμού και από το άγχος του θανάτου μένοντας γαντζωμένοι απεγνωσμένα στους γονείς μας, απλώς θα μας πετάξουν έξω άσπλαχνα.... Μονάχα βγαίνοντας στον κόσμο μπορεί ο ήρωας του παραμυθιού (το παιδί) να βρει τον εαυτό του και με αυτό τον τρόπο θα βρει επίσης να βρει τον άλλο με τον οποίο θα μπορεί να ζήσει ευτυχισμένα....*

Αυτή η άρνηση μετάβασης από τη μία οικογενειακή μονάδα στην καινούργια είναι ένας από τους βασικούς λόγους για τους οποίους δυσκολεύονται να φτάσουν στο σημείο να κρατά ο ένας με εμπιστοσύνη το χέρι του άλλου. Η βρεφική πλευρά της προσωπικότητας των συζύγων ζητά επιτακτική ικανοποίηση. Στο γάμο πλέον, δεν διαπραγματεύονται οι ενήλικες. Ζουν μαζί δύο βρέφη διεκδικώντας το ένα από το άλλο υποχρεωτική ευχαρίστηση. Έτσι μιλούν για ασυμφωνία, οικονομικές διαφορές ή απιστία.

Ωστόσο, η διερεύνηση του ασυνειδήτου έχει πιο ειλικρινείς απαντήσεις για το δρόμο προς τη διάσταση και την κρίση των ανθρώπινων σχέσεων και των «δεμένων» οικογενειών.

Πηγή: psychiatrosonline.gr

 

Τετάρτη 5 Ιανουαρίου 2022

Τρίτη 4 Ιανουαρίου 2022

Κοίτα κοίτα ( Μη φοβηθείς τη φωτιά )


 

Φερνάντο Πεσσόα: «Αλλάζουμε την αντίληψή μας για τον κόσμο σημαίνει αλλάζουμε τον κόσμο για μας..»


 

Κάθε άνθρωπος που είναι προικισμένος με μια ευαισθησία δίκαιη και έναν ορθολογισμό, αισθάνεται πως το κακό και η αδικία στον κόσμο τον αφορούν, και επιδιώκει να τα διορθώσει, αρχίζοντας από τα πιο κοντινά: και το πρώτο είναι ο εαυτός του.

Αυτό το έργο θα τον απασχολήσει όλη τη ζωή του.

Το παν, για μας, έγκειται στην αντίληψή μας για τον κόσμο∙ αλλάζουμε την αντίληψή μας για τον κόσμο σημαίνει αλλάζουμε τον κόσμο για μας, δηλαδή αλλάζουμε τον κόσμο, εφόσον δεν είναι ποτέ για μας παρά μόνο αυτό που είναι για μας.

Αυτή η μύχια δικαιοσύνη που μας κάνει να γράφουμε μια καλλιγραφημένη σελίδα, αυτή η αληθινή μεταρρύθμιση με την οποία ξαναφέρνουμε στη ζωή την πεθαμένη ευαισθησία μας- αυτή είναι η αλήθεια, η δική μας αλήθεια, η μοναδική αλήθεια.

Όλος ο υπόλοιπος κόσμος είναι τοπίο, κορνίζα που αξιοποιεί τις αισθήσεις μας, βιβλιοδεσία των σκέψεών μας.

Κι αυτό ισχύει είτε πρόκειται για τα χρωματιστά τοπία των πλασμάτων και των πραγμάτων- αγροί, σπίτια, αφίσες, κοστούμια- είτε πρόκειται για το άχρωμο τοπίο των μονότονων ψυχών, που έρχεται για μια στιγμή στην επιφάνεια με τις παλιές λέξεις και τις φθαρμένες χειρονομίες, για να ξαναβυθιστεί αμέσως στα βάθη της θεμελιώδους ηλιθιότητας της ανθρώπινης έκφρασης.

Επανάσταση;

Αλλαγή;

Αυτό που επιθυμώ στ’ αλήθεια, στο πιο μύχιο βάθος της ψυχής μου, είναι να φύγουν αυτά τα άτονα, μουντά σύννεφα που σαπουνίζουν με στάχτη τον ουρανό∙ αυτό που μονάχα θέλω είναι να δω το γαλανό να ξεπροβάλλει ανάμεσά τους, αλήθεια φωτεινή και βέβαιη, γιατί είναι τίποτα και δεν θέλει τίποτα.

 

Φερνάντο Πεσσόα – Το Βιβλίο της Ανησυχίας

Δευτέρα 3 Ιανουαρίου 2022

Καμύ: «Πρέπει να έχουμε νιώσει ένα έρωτα – έναν μεγάλο έρωτα στη ζωή μας...»


 

«Νέος ζητούσα από τους ανθρώπους περισσότερα απ’ όσα μπορούσαν να μου δώσουν: μια διαρκή φιλία, μια μόνιμη συγκίνηση.

Ξέρω τώρα να τους ζητώ λιγότερα απ’ όσα μπορούν να μου δώσουν: μιαν απλή συντροφιά. Και οι συγκινήσεις τους, η φιλία τους, οι ευγενικές χειρονομίες τους διατηρούν, στα μάτια μου, ολόκληρη την αξία του θαύματος: μια τέλεια εντύπωση χάριτος»

* * *

«Πρέπει να έχουμε νιώσει ένα έρωτα – έναν μεγάλο έρωτα στη ζωή μας, γιατί αυτό αποτελεί άλλοθι για τις αδικαιολόγητες απελπισίες που μας καταβάλλουν». 

 

 Αλμπέρ Καμύ, Σημειωματάρια, (μτφρ. Καρακίτσου – Douge Νίκη, Κασαμπαλόγλου-Roblin Μαρία), Εκδόσεις Πατάκη (2017).



Κυριακή 2 Ιανουαρίου 2022

Ας ζητήσουμε λίγα από το νέο χρόνο


                         Ας ζητήσουμε λίγα από το νέο χρόνο.
                         Την καλή αντάμωση μόνο.
                         Ευχές.

| Νικηφόρος Βρεττάκος | από χειρόγραφη κάρτα του για την Πρωτοχρονιά του 1974

 

Βιβλιοπωλείο Μικρό Καράβι

What Can I Give you - Nick Cave & the Bad Seeds


 

Η Άνοδος της Ασημαντότητας


 Ο κεντρικός λόγος της παιδείας σε μια δημοκρατική κοινωνία είναι αναμφισβήτητος.
Και δεν μιλώ για την παιδεία που παρέχει το «υπουργείο Παιδείας»…. Η παιδεία αρχίζει με τη γέννηση του ανθρώπου και τελειώνει με τον θάνατό του. Συντελείται παντού και πάντα. Οι τοίχοι της πόλης, τα βιβλία, τα θεάματα, τα γεγονότα εκπαιδεύουν τους πολίτες —σήμερα δε κατά κύριο λόγο «παρεκπαιδεύουν».


«Η Άνοδος της Ασημαντότητας»


Κορνήλιος Καστοριάδης.