Σάββατο 23 Ιουλίου 2016

Είμαι εδώ, ελάτε να με σώσετε": Παιδιά από τη Συρία κρατούν σκίτσα με Pokemon

Αν μας χαρίσουν το χρέος, κ. Λιου μου, θα χρεοκοπήσουμε

Φιλότιμη η προσπάθεια του Αμερικανού υπουργού Οικονομικών κ Λιου να ταχθεί υπέρ του κουρέματος του ελληνικού χρέους με τις ταυτόχρονες παραινέσεις του προς την ελληνική κυβέρνηση να προχωρήσει και να εφαρμόσει τις λεγόμενες μεταρρυθμίσεις στην οικονομία. Δεν είμαι σίγουρος ότι ξέρει πως αν αύριο διαγραφεί όλο το χρέος, σε τρία χρόνια θα ξαναπτωχεύσει η χώρα.

Είναι πιθανό να το ξέρει γιατί είναι οικονομολόγος και όχι κομπογιαννίτης σε ρόλο υπουργού οικονομικών. Τέτοια αστεία δε χωράνε στη μεγαλύτερη καπιταλιστική χώρα, που δεν παίζει με τον πλούτο της.

Πολύ φοβάμαι, όμως, ότι μιλάει σε αυτιά που δεν ακούνε. Πρώτον, γιατί οι παραινέσεις του απευθύνονται σε μια κυβέρνηση, που δεν έχει καμιά διάθεση και δεν έχει και τις γνώσεις να εφαρμόσει μια οικονομία ελεύθερης αγοράς και δεύτερον γιατί η κυβέρνηση, όπως η συντριπτική πλειονότητα των Ελλήνων ενδιαφέρεται μόνο για χαρίσματα και όχι για κόπο.

Την ενδιαφέρει να κουρευτεί το χρέος χωρίς η ίδια να κάνει τίποτε γι αυτό. Η άγνοιά της σε συνδυασμό με τη λατρεία της για προπαγάνδα δεν της επιτρέπουν να πει, ότι αν αύριο το πρωί εξαφανιστεί το χρέος ολόκληρο, η πολιτική της θα ξαναγεμίσει με ελλείμματα τον κρατικό προϋπολογισμό με αποτέλεσμα να έρθουμε σύντομα πάλι στο 2009.

Αδιάψευστος μάρτυρας γι' αυτό είναι η κρατικολάγνα πολιτική της, που χαϊδεύει τα αυτιά του στενού και ευρύτερου δημόσιου τομέα για περισσότερα δικαιώματα και λιγότερες υποχρεώσεις, για περισσότερες απολαβές χωρίς αξιολογήσεις, για παροχές από την πίσω πόρτα, για όλο και μεγαλύτερες επιβαρύνσεις του φορολογούμενου για να ταϊστούν δημόσιες δραστηριότητες επιπέδου μη κυβερνητικών οργανώσεων και οργανισμών αλληλοβοηθείας, την ώρα που ο κεντρικός οργανισμός υγείας, το ΕΣΥ, πέθανε στα ανίκανα χέρια των Ξανθών και των Πολάκηδων. Αφού τον είχαν φέρει με σοβαρά τραύματα στην εντατική οι προηγούμενοι.

Επιπλέον, η μόνη διέξοδος από την ελληνική κρίση, που είναι η σκληρή δουλειά και η βοήθεια του νομοθέτη, των υπουργείων, των ταμείων και των τραπεζών προς αυτήν την κατεύθυνση δεν έχει οπαδούς στη χώρα. Ούτε και βοήθεια.

Η χώρα επιμένει στην πλειονότητα των πολιτών της να αμείβεται χωρίς να παρακουράζεται κι όλας (γιατί έτσι έμαθαν οι ενήλικοι και έτσι μαθαίνουν και τα παιδιά τους), να ψάχνει για καμιά θεσούλα στο δημόσιο για να τρώει χωρίς να προσφέρει πολλά κι όλας, να δανείζεται χωρίς υποχρέωση να ξεπληρώνει κι όλας, με τη βεβαιότητα ότι κάποια μεταμεσονύχτια ρουσφετολογική τροπολογία θα χαρίσει τις υποχρεώσεις (όπως η προχτεσινή που απαλλάσσει τους… ξεχασιάρηδες από την πληρωμή φορολογικών υποχρεώσεων), να νταλαβερίζεται οικονομικά χωρίς να δηλώνει κι όλας στον κοινό κορβανά τα έσοδά του, κάποιοι άλλοι ηλίθιοι θα πληρώσουν. Και πληρώνουν.

Επιμένει η συντριπτική πλειονότητα της χώρας, χωρίς να ντρέπεται πια, να μασάει τις συντάξεις των γέρων την ώρα που τα χωράφια είναι εγκαταλελειμμένα, να προτιμάει να ζει οικόσιτη, την ώρα που πάνω από 1.000.000 ξένοι μετανάστες ξεσκατώνουν τους γονείς και τους παππούδες της, καθαρίζουν τα σπίτια της, βάφουν τις οικοδομές, μαζεύουν τις σοδιές, φτιάχνουν τις μάντρες, βόσκουν τα πρόβατα, χτίζουν τα σπίτια, χαλικώνουν τους δρόμους, μαζεύουν τα σκουπίδια, σκάβουν τους λάκκους στα δημόσια έργα, κλαδεύουν τα δέντρα στους δήμους, οδηγούν τα μισά φορτηγά, κάνουν τους μαραγκούς και τους ηλεκτρολόγους και τους υδραυλικούς, φτιάχνουν κοινοπραξίες και σαρώνουν με τα άλλοτε ελληνικά καΐκια το Αιγαίο φέρνοντας ψάρια.

Αλλά, οι καλομαθημένοι πισινοί των νεοελληνικών βλασταριών και των γονιών τους δεν καταδέχονται σ αυτά τα μεροκάματα, ούτε στα σκληρά μεροκάματα της βιομηχανίας, που ψάχνει για εξειδικευμένους εργάτες και συχνά δε βρίσκει γιατί… δε δίνει αυτοκίνητο, άδεια ένα μήνα και μισθό 1.500 καθαρά αβλεπή. Τόσα του δίνει και η μαμά του χωρίς να ιδρώσει.

Μεγάλη εξαίρεση σ αυτή την ηθική αθλιότητα της ελληνικής κοινωνίας (γιατί σκόρπιες υπάρχουν πολλές) είναι τα παιδιά των ελληνικών φτωχοσπιτιών, που τα βλέπεις να μαστορεύουν, να οργώνουν, να τρέχουν σε δουλειές σαν το Βέγγο, χωρίς να κοιτάνε τι θα πάρουν πριν δώσουν. Ισορροπώντας δικαιώματα και υποχρεώσεις και, κυρίως, υπευθυνότητα. Η ανάγκη της φτώχειας τους ωριμάζει. Και τους κάνει χρήσιμους σε μια κοινωνία.

Αλλά, αυτοί είναι λίγοι. Και δε φτάνουν για να αλλάξουν τη χώρα με δουλειά, δουλειά, δουλειά. Όπως χτίστηκε κάποτε η χώρα. Και το κυρίαρχο πολιτικό σύστημα, που έθρεψε αυτές τις άρρωστες νοοτροπίες, οι οποίες έχουν το θράσος να δικαιολογούνται κι όλας αντί να κρύβονται, είναι ίδιο κι απαράλλαχτο και χαϊδεύει τα ίδια ένστικτά και την ίδια απολιτισιά και αντικοινωνικότητα στο λαό, που τον έχει κάνει στη μεγάλη πλειονότητά του σαν τα μούτρα του.

Μ' αυτήν την κυρίαρχη νοοτροπία, λοιπόν κύριε Λιου μου, να μας συμπαθάτε, αλλά τρία χρέη να μας χαρίζανε, άλλα τρία θα φτιάχναμε εμείς. Τα οποία, όπως και τα προηγούμενα θα είναι προϊόντα διεθνούς συνωμοσίας. Και να σας πω και το λόγο που θα τα φτιάχναμε; Γιατί έτσι μας γουστάρει.

Γ. Παπαδόπουλος - Τετράδης

liberal.gr

Παρασκευή 22 Ιουλίου 2016

Αν ήσουν τούρκος στρατιώτης…


 

Αυτός ο ανύποπτος φαντάρος είναι ο τραγικός άνθρωπος κάθε τέτοιας σκιάς της Ιστορίας. Όπως κάποιος ομοεθνής του που πέθανε τυχαία επειδή οι Έλληνες έκαψαν το χωριό του, κοντά στον Σαγγάριο ή όπως κάποιος Έλληνας της Σμύρνης, που ο τούρκικος όχλος τον έκαψε ζωντανό μπροστά στο σπίτι του

 

Αντρέας Ζαμπούκας

Ας υποθέσουμε ότι είσαι τούρκος στρατιώτης  και υπηρετείς την θητεία σου στην Κωνσταντινούπολη.  Ίσως  σε κάποιο στρατόπεδο, στο Sancaktepe, στην ασιατική πλευρά της πόλης.
Και ξαφνικά, κατά τις 8 το απόγευμα της Παρασκευής, σε φορτώνουν σε ένα φορτηγό και σε μεταφέρουν στη γέφυρα του Βοσπόρου. Αφού μένεις αμίλητος και τσαντισμένος  στη διαδρομή – ποιος στρατόκαυλος σου χάλασε το ανέμελο βράδυ(!)- έπειτα από μία ώρα δρόμο σε κατεβάζουν στο δεξί μέρος της γέφυρας. Εκεί αρχίζεις να υποψιάζεσαι πως κάτι δεν πάει καλά. Από πάνω βλέπεις το Beylerbeyi Sarayi και απέναντι τα φώτα από το Besiktas. Προχωράς και αντικρίζεις τα δύο τανκς να κλείνουν το δρόμο. Πρώτα στο ένα ρεύμα κυκλοφορίας και μετά στο άλλο. Σε λούζει πια κρύος ιδρώτας. Ο λοχαγός σου σε κοιτάει απότομα, λες και έπιασε την σκέψη σου στον αέρα. Ακόμα και να ήθελες κάπου να πας, να ξεφύγεις, κάποια σφαίρα θα σε προλάβαινε στο κατέβασμα. Ήδη ήταν αργά. Η μοίρα σου έπαιξε άσχημο παιχνίδι και  ζούσες  μόνο την αρχή του!

Μετά τις 11.00, όλα δείχνουν ότι η κατάσταση αγριεύει. Κανείς από τους υπόλοιπους δεν θέλει να σου πει κάτι. Δεν υπάρχει ενημέρωση ούτε και μπορείς να ξέρεις αν αυτός που σε χρησιμοποιεί εκείνη τη στιγμή είναι ο Ερντογάν ή κάποιος άλλος. Το μόνο που κάνεις είναι να χαϊδεύεις το όπλο σου και να περιμένεις να συμβεί το κακό. Οι ώρες περνούν και κατά τις 2 το πρωί, εμφανίζεται ο πρώτος όχλος που φωνάζει εναντίον των τανκς. Διαπιστώνεις με τρόμο ότι όχι μόνο δεν μπορείς να ελέγξεις την κατάσταση αλλά ότι όποιο κι αν είναι το αποτέλεσμα της βραδιάς, κανείς δεν πρόκειται  να σε προστατεύσει.

Μέχρι το ξημέρωμα, όλα δείχνουν εφιαλτικά με το πλήθος να παραμένει έτοιμο να επιτεθεί από τις δύο πλευρές της γέφυρας. Στις 06.45, ο αξιωματικός δίνει εντολή στους στρατιώτες, να αφήσουν τα όπλα, κάτω και να σηκώσουν τα χέρια ψηλά.

Το πραξικόπημα στην Τουρκία, απέτυχε αλλά κατάφερε να δείξει σε όλο τον κόσμο το αληθινό πρόσωπό της. Ήταν αρκούντως αποκαλυπτικό για το ποια είναι τα ένστικτα της τουρκικής κοινωνίας, ποιοι είναι οι μηχανισμοί του τουρκικού κράτους και το κυριότερο, ποια είναι η αξία  του ανθρώπου μέσα σε ένα αυταρχικό καθεστώς που εξάπτει συνεχώς αισθήματα εθνικισμού, πρωτογονισμού και βαναυσότητας.

Αυτά που ακολούθησαν στις επόμενες μέρες, με τα πλάνα του όχλου να αποκεφαλίζει ανθρώπους, τους συλληφθέντες να διαπομπεύονται στις τηλεοράσεις και η απειλή του οργισμένου  «Σουλτάνου» να αιωρείται πάνω από τη χώρα, είναι δείγματα μιας πρωτόγονης κοινωνίας που παραμένει υποκριτικά  ομογενοποιημένη με το φόβο και την απειλή!

Δεν ξέρει κανείς τι απέγινε ο τούρκος στρατιώτης μετά το πραξικόπημα. Αν σκοτώθηκε, αν φυλακίστηκε ή αν στάθηκε τυχερός και ξέφυγε από τον κανιβαλισμό του ανθρωπόμορφου όχλου.
Αυτός όμως ο ανύποπτος φαντάρος είναι ο τραγικός άνθρωπος κάθε τέτοιας σκιάς της Ιστορίας. Όπως κάποιος ομοεθνής του που πέθανε  τυχαία επειδή οι Έλληνες έκαψαν το χωριό του, κοντά στον Σαγγάριο ή όπως κάποιος Έλληνας της Σμύρνης, που ο τούρκικος όχλος  τον έκαψε ζωντανό μπροστά  στο σπίτι του.

Κι αυτό το μοτίβο επαναλαμβάνεται μέσα στο χρόνο. Πάντα θα υπάρχει ένας Ερντογάν, ένας στρατός, ένας στρατιώτης και ένας όχλος που θα λιντσάρει, θα σκοτώνει και θα εξευτελίζει τον τραγικό «στρατιώτη» της Ιστορίας. Αυτόν που ξαφνικά, τον κουβαλούν με φορτηγό στην γέφυρα του Βοσπόρου, που ποτέ δεν του εξηγούν τι κάνει και που στο τέλος τον παραδίδουν στον όχλο να τον κατασπαράξει!

Όσο για μας, που έχουμε ακόμα την πολυτέλεια να κυνηγάμε φαντάσματα μέσα στον «παιδότοπο» της Ευρώπης, ας ρίξουμε μια ματιά στον χάρτη, πόσο κοντά μας βρίσκεται η Τουρκία. Και πόσο εύκολα ο «σκηνοθέτης» της  Ιστορίας  μπορεί  να γυρίσει την κάμερα προς το μέρος μας…

protagon.gr

 

 

Ο κόσμος που έρχεται

ΝΙΚΟΣ ΒΑΤΟΠΟΥΛΟΣ

Θα είχε κάθε λόγο ένας σύγχρονος Στέφαν Τσβάιχ να γράψει τον «Κόσμο του χθες» της εποχής μας. Αν δει κανείς το 2016 με την απόσταση του μέλλοντος, θα το τοποθετήσει στο επίκεντρο μιας περιόδου τεκτονικών μετατοπίσεων με αντιστοιχίες ανάλογες του 1914, του 1939, του 1945 και του 1989. Ωστόσο, ο συναρπαστικός και φοβερός 20ός αιώνας δεν μας είχε κατάλληλα προετοιμάσει ότι θα εγκαταλείπαμε τόσο γρήγορα, τόσο άδοξα και τραυματικά μία από τις αντιφατικές αξίες του: την ανοικτή κοινωνία και τον κοσμοπολιτισμό. Ο κόσμος του πρόσφατου χθες μοιάζει ήδη αρχαίος. Και αυτός ο κάποτε οικείος κόσμος, που οι «τυχερές» γενιές, μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, είχαν θεωρήσει δεδομένο, μοιάζει να ήταν μια «παρένθεση» της Ιστορίας. Ενα ευτυχές «ατύχημα» και ένα βραχύβιο πείραμα.

Αυτή η διάχυτη αίσθηση πως τα «πάντα πλέον μπορούν να συμβούν» κυριαρχεί διεθνώς αυτό το καλοκαίρι και, καθώς επιτείνει το ρευστό κλίμα ανασφάλειας, δίνει παράλληλα κι ένα μέτρο πραγματικότητας. Τα μεγάλα διεθνή γεγονότα των πρόσφατων εβδομάδων μοιάζει να έχουν επιδράσει και στον τρόπο που βλέπουμε την εσωτερική κατάσταση της Ελλάδας. Εχουν, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, μετατοπίσει τις ιεραρχίες και μεγεθύνουν ακόμη περισσότερο την ιλαρότητα και τη ρηχότητα. Υπάρχει ένα κλίμα δυσανεξίας που σφραγίζει την εποχή μας. Οι γενιές που έζησαν τη Δύση ώς το 1989 ή έστω ώς το 2001, έχουν γαλουχηθεί από τη διάχυση του ανοικτού πνεύματος στις τότε κοινωνίες. Αυτό ήταν που έδινε τον τόνο στην εποχή, και όσα αρνητικά συνέβαιναν, δεν ανέκοπταν αυτήν την τάση. Οι σύγχρονες εικόνες που έρχονται από την Κωνσταντινούπολη επιβεβαιώνουν την ανάγκη αναθεώρησης ενός ολόκληρου συστήματος κατανόησης του κόσμου. Συσχετισμοί κλονίζονται και κοινωνίες συμπιέζονται. Κανείς δεν μένει αμέτοχος και κανείς δεν θα αποφύγει σοβαρές επιδράσεις.

Η δική μας μπελ επόκ μοιάζει να έχει προ πολλού τελειώσει, αλλά αυτό δεν είναι κάτι νέο. To γνωρίζουμε ήδη από την πτώση των Δίδυμων Πύργων. Οταν ο Στέφαν Τσβάιχ έγραφε για την Ευρώπη της νεότητάς του, πριν από το 1914, μιλούσε επί της ουσίας για την μπελ επόκ της ελεύθερης διακίνησης και της πρωτοφανούς αστικής ευημερίας και άνθησης του υλικού πολιτισμού μετά το 1850. Τα έγραφε με την πρωθύστερη γνώση και την πίκρα που γέννησε ο Μεγάλος Πόλεμος. Πρόκειται επί της ουσίας για το επιμύθιο της καταστροφής των βεβαιοτήτων. Η δική μας μπελ επόκ, στη Δύση (1945-2008), έζησε πολλά χρόνια επίσης. Τόσα ώστε να χτίσει την πεποίθηση στον γενικό πληθυσμό ότι η σύμπνοια για την ανοικτή κοινωνία θα συνεχιζόταν. Σήμερα, όμως, μοιραζόμαστε τη γνώση του περάσματος σε μιαν άλλη εποχή. Και αυτή η νέα εποχή, καθώς δεν έχει στα δικά μας μάτια αποκτήσει συνάφεια και σχήμα, παρασύρει σε βεβιασμένες εκτιμήσεις. Οσοι εργάζονται υπέρ της ανοικτής κοινωνίας και του διεθνούς δικαίου, ο ελεύθερος κόσμος δηλαδή που μάχεται τον λαϊκισμό, την τρομοκρατία, τον φονταμενταλισμό και την απολυταρχία, αισθάνονται ότι βρίσκονται σε κατάσταση μάχης. Και αυτό είναι προς το παρόν το κλίμα με το οποίο εισερχόμαστε στη νέα εποχή. Οτι η ανοικτή κοινωνία, η συνεργασία και ο κοσμοπολιτισμός θα απαιτήσουν νέους αγώνες με αντιπάλους που είναι όχι απλώς ετοιμοπόλεμοι, αλλά σε πλήρη ανάπτυξη στο πεδίον της μάχης.


ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

Τετάρτη 20 Ιουλίου 2016

Μια τουρκάλα συγγραφέας γράφει ένα συγκλονιστικό κείμενο για το πραξικόπημα

Τι κάνετε, όταν ανα­ρω­τιέ­στε αν το επό­μενο πρωί θα ξυπνή­σετε με ένα στρα­τιω­τικό πρα­ξι­κό­πημα ή σε μία Ισλα­μική Δημο­κρα­τία;

mia-tourkala-suggrafeas-grafei-ena-sugklonistiko-keimeno-gia-to-praksikopima 

Η Ετζέ Τεμελκουράν, συγγραφέας, δημοσιογράφος και πολιτική αρθρογράφος, ανήκει στις δημοφιλέστερες προσωπικότητες της σημερινής Τουρκίας. Γεννήθηκε το 1973 στη Σμύρνη. Το 1995 αποφοίτησε από τη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου της Άγκυρας και το 1993 άρχισε τη δημοσιογραφική της σταδιοδρομία στην εφημερίδαΤζουμχουριέτ. Έκτοτε έχει εκδώσει έρευνες και βιβλία για ζητήματα που παραμένουν ακανθώδη στην πατρίδα της, όπως είναι το Κουρδικό ή το Αρμενικό, τα δικαιώματα των γυναικών και η ελευθερία της έκφρασης. Μεταξύ των βραβείων που έχει λάβει είναι και το Pen for Peace Award. Το άρθρο της για τη νύχτα της περασμένης Παρασκευής στην Τουρκία αντανακλά το φόβο, την αμφιβολία και την αγωνία για το αύριο της χώρας της.

Είναι μιά­μιση τη νύχτα και απ’ όλους τους μινα­ρέ­δες στην Τουρ­κία ακού­γε­ται αστα­μά­τητα αυτή η ειδική μακρό­συρτη προ­σευχή που λέγε­ται σε περι­πτώ­σεις θανά­του. Τελειώ­νει η μία, αρχί­ζει η άλλη. Το μπου­μπου­νητό των μαχη­τι­κών αερο­σκα­φών πάνω απ’ τις στέ­γες μας μπερ­δεύ­ε­ται με αυτή την προ­σευχή, που φτά­νει μέχρι το μεδούλι και που για μας αναγ­γέλ­λει το θάνατο. Όταν οι ήχοι απ’ τις συμπλο­κές στα­μα­τάνε, έρχο­νται από τα τζα­μιά ανα­κοι­νώ­σεις για αντί­σταση στο στρατό:
«Τζι­χάντ είναι! Βγείτε για τον Αλλάχ στους δρό­μους!»

Τι κάνετε, όταν ανα­ρω­τιέ­στε αν το επό­μενο πρωί θα ξυπνή­σετε με ένα στρα­τιω­τικό πρα­ξι­κό­πημα ή σε μία Ισλα­μική Δημο­κρα­τία;

Αστείο ήταν αυτό.

Ο σαρκασμός φθάνει αδιανόητες κορφές
Εδώ και καιρό οι άνθρω­ποι στην Τουρ­κία μετράνε τα όρια του χιού­μορ, για να δια­τη­ρή­σουνε την πνευ­μα­τική τους υγεία. Ο σαρ­κα­σμός φθά­νει αδια­νό­η­τες κορ­φές. Δεν ξέρω αν αυτό είναι δείγμα αρρω­στη­μέ­νης ευαι­σθη­σίας ή αν οι άνθρω­ποι απλώς προ­σπα­θούν να τα βγά­λουν πέρα με τη ζωή, όμως ενώ ανα­ρω­τιό­μα­στε πότε θα σπά­σουνε τα τζά­μια από το θόρυβο των μαχη­τι­κών αερο­σκα­φών, πότε θα φτά­σουν έξω απ’ την πόρτα μας οι πυρο­βο­λι­σμοί που πλη­σιά­ζουν, στα κοι­νω­νικά μέσα, το μονα­δικό τόπο όπου μιλάμε μεταξύ μας, κυκλο­φο­ρούν ανέκ­δοτα:
«Η τουρ­κική δημο­κρα­τία πέθανε, γι’ αυτό ακού­γε­ται η σελά».

Στην αρχή ήταν όντως σχε­δόν αστείο, ήταν πιο λογικό να πιστέ­ψεις ότι ήταν σκη­νο­θε­τη­μένο. Μία χού­φτα σαστι­σμέ­νοι νέοι στρα­τιώ­τες είχε κλεί­σει μία από τις γέφυ­ρες στο Βόσπορο. Φωνά­ζανε στους ανθρώ­πους: «Πηγαί­ντε σπί­τια σας!» Έχω γρά­ψει ένα μυθι­στό­ρημα για το στρα­τιω­τικό πρα­ξι­κό­πημα του 1980, ξέρω ότι κανένα πρα­ξι­κό­πημα δεν γίνε­ται έτσι. Το πρα­ξι­κό­πημα είναι σοβαρή υπό­θεση. Άνθρω­ποι που έχουν ζήσει πρα­ξι­κο­πή­ματα έγρα­ψαν αμέ­σως στα κοι­νω­νικά μέσα: “Είναι παι­χνίδι του Ερντο­γάν, λέει: «Κάνουν πρα­ξι­κό­πημα ενα­ντίον μου», και την επό­μενη μέρα θα ανα­κη­ρυ­χθεί πρό­ε­δρος”.

Πιο σοβαρό έγινε το πράγμα, όταν ο Ερντο­γάν εμφα­νί­στηκε στα κανά­λια της τηλε­ό­ρα­σης μέσω της υπη­ρε­σίας chat Facetime και καλούσε το λαό να βγει στους δρό­μους, για να προ­στα­τέ­ψει τη δημο­κρα­τία. Ήμουν πεπει­σμένη ότι κανέ­νας, που λόγω συλ­λο­γι­κής μνή­μης γνώ­ριζε πόσο βίαια είναι τα πρα­ξι­κο­πή­ματα, δεν θα έβγαινε στους δρό­μους. Ωστόσο, μέσα σε λίγα λεπτά γέμι­σαν οι δρό­μοι με αυτο­κί­νητα γεμάτα ανθρώ­πους, που φώνα­ζαν «Αλλά­χου Άκμπαρ – Ο Θεός είναι μεγά­λος!». Ένα παρά­λογο θέαμα.
Εμείς φοβόμασταν τη νύχτα που ξημέρωνε Σάββατο.
Στο αερο­δρό­μιο άνθρω­ποι έδι­ναν κλο­τσιές σε τεθω­ρα­κι­σμένα, πολί­τες έπια­ναν ομή­ρους νεα­ρούς στρα­τιώ­τες που ούτε καν αντι­στέ­κο­νταν, υπήρ­ξαν ακόμα και περι­στα­τικά λιν­τσα­ρί­σμα­τος στρα­τιω­τών.

Τα συν­θή­ματα «Αλλά­χου Άκμπαρ» σύντομα ακού­γο­νταν και στο CNN Türk. Μέσα σε μια ώρα, αφού η παρου­σιά­στρια είχε πει: «Στρα­τιώ­τες κατα­λαμ­βά­νουν το σταθμό», εμείς δεν βλέ­παμε στην οθόνη στρα­τιώ­τες με μία δια­κή­ρυξη για το πρα­ξι­κό­πημα, αλλά έναν παρά­ξενο νεαρό άντρα, προ­φα­νώς οπαδό του Ερντο­γάν. Φώναξε τρεις φορές «Αλλά­χου Άκμπαρ» στην κάμερα κι ύστερα κάθισε βαριε­στη­μέ­νος.

 Όλη η χώρα παρα­κο­λου­θούσε εκεί­νον τον άντρα με το ροζ μπλου­ζάκι, που ασχο­λού­νταν με το κινητό του και προ­σπα­θούσε με το τηλε­χει­ρι­στή­ριο να θέσει σε λει­τουρ­γία τις συσκευές τηλε­ό­ρα­σης του σταθ­μού. Συγ­χρό­νως βάζαμε μαξι­λά­ρια στα τζά­μια στα παρά­θυρα που έτρι­ζαν από το μπου­μπου­νητό των μαχη­τι­κών αερο­σκα­φών. Τίποτα και­νούρ­γιο για μας, η θλίψη και ο φόβος μας διαρ­κώς δια­κό­πτο­νται από παρα­λο­γι­σμό.

Εμείς φοβό­μα­σταν τη νύχτα που ξημέ­ρωνε Σάβ­βατο. Μόνο ο πρό­ε­δρος της Δημο­κρα­τίας δεν φοβό­ταν! Το αερο­πλάνο του έκανε κύκλους για πολλή ώρα στον αέρα, όταν τελικά προ­σγειώ­θηκε στο αερο­δρό­μιο Ατα­τούρκ στην Ισταν­μπούλ, μεταξύ των χιλιά­δων ανθρώ­πων που τον περί­με­ναν εκεί βρι­σκό­ταν και ο γαμπρός του, ο υπουρ­γός μας Ενέρ­γειας Μπε­ράτ Αλμπαϊ­ράκ. Ενώ η από­πειρα πρα­ξι­κο­πή­μα­τος που υπο­κι­νή­θηκε από μία χού­φτα στρα­τη­γούς ολί­σθαινε στο χάος, ενώ μαχη­τικά αερο­σκάφη βομ­βάρ­δι­ζαν το Κοι­νο­βού­λιο στην Άγκυρα, ενώ γνώ­στες της Ιστο­ρίας έκα­ναν συγκρί­σεις με το Ράιχ­σταγκ, ήταν εντυ­πω­σιακό πόσο ήρεμα αντέ­δρα­σαν εκεί­νοι οι δύο:
«Χάρη μάς κάνει ο Αλλάχ μ’ αυτό. Γιατί; Επειδή αυτό το περι­στα­τικό θα φέρει μία εκκα­θά­ριση στις ένο­πλες δυνά­μεις μας».

Μ’ αυτό ήταν σαφές σε τι χώρα θα ξυπνού­σαμε το επό­μενο πρωί. Σε μια χώρα, στην οποία κυκλο­φο­ρούν φωτο­γρα­φίες, που δεί­χνουν έναν από εκεί­νους, που κλή­θη­καν να βγουν στους δρό­μους για να υπε­ρα­σπι­στούν τη δημο­κρα­τία, να κόβει το λαρύγγι σε έναν στρα­τιώτη που είχε παρα­δο­θεί. Ήταν το πρωί μιας χώρας, στην οποία δεν ενι­σχύ­θηκε η δημο­κρα­τία, αλλά ο Ερντο­γάν.

Το κεί­μενο αυτό της Ετζέ Τεμελ­κου­ράν δημο­σιεύ­τηκε στις 17/7/2016 στην ιστο­σε­λίδα της γερ­μα­νι­κής εφη­με­ρί­δας «Frankfurter Allgemeine Zeitung». Μετά­φραση από τα τουρ­κικά στα γερ­μα­νικά: Sabine Adatepe και MonikaDemirel

Μετά­φραση από τα γερ­μα­νικά: Αλέ­ξαν­δρος Κυπριώ­της

Από τις Eκδό­σεις Καστα­νιώτη κυκλο­φο­ρεί το μυθι­στό­ρημά της «Η μαγική πνοή των γυναι­κών» σε μετά­φραση της Στέλ­λας Χρη­στί­δου

.thetoc.gr

Τρίτη 19 Ιουλίου 2016

Iστορία των χαμένων ευκαιριών

ΣΤΑΘΗΣ Ν. ΚΑΛΥΒΑΣ*

Οταν τέτοιες μέρες πέρυσι ο Αλέξης Τσίπρας κατέπλεε στο δικό του Καστελλόριζο, κάνοντας τη μεγάλη κωλοτούμπα, θεώρησα πως, επιτέλους, προσεγγίζαμε το τελευταίο κεφάλαιο της ταλαίπωρης μεταπολίτευσης και πως θα γυρίζαμε σελίδα. Από τη μία, η μετατόπιση του ΣΥΡΙΖΑ σε σχέση με τα συνθήματά του ήταν τόσο τεράστια και εμφανής, που αρκούσε για να εξευτελίσει όχι μόνο το αντιμνημονιακό ιδεολόγημα αλλά ολόκληρη την ψευδεπίγραφη πορεία της μεταπολιτευτικής Αριστεράς. Από την άλλη, ο Αλέξης Τσίπρας είχε τη μοναδική τότε δυνατότητα να μεταμορφωθεί σε πραγματικά ρηξικέλευθο μεταρρυθμιστή ηγέτη, πραγματοποιώντας τις τομές που δεν είχαν τολμήσει να κάνουν οι προκάτοχοί του.

Δυστυχώς, όπως διαπιστώσαμε πολύ γρήγορα, ο Τσίπρας δεν διέθετε ούτε το όραμα αλλά ούτε και την ικανότητα για να πραγματοποιήσει τη μεγάλη υπέρβαση. Αντ’ αυτού, η πολιτική της κυβέρνησής του αποτελεί συνδυασμό εφαρμογής μιας δέσμης δημοσιονομικών μέτρων που κατέστη αναγκαία κυρίως λόγω του κόστους της «περήφανης» διαπραγμάτευσης, με κάποιες ελάχιστες πραγματικές τομές, όπως οι ιδιωτικοποιήσεις, που έχουν επιβληθεί απ’ έξω. Πέρα από αυτά κυριαρχούν η ακινησία, η ισοπέδωση σε τομείς όπως η παιδεία και η γενικευμένη ανικανότητα. Εκείνο όμως που είναι ανησυχητικό είναι το στήσιμο ενός νέου πελατειακού κράτους, η προϊούσα μαφιοποίηση του πολιτικοοικονομικού συστήματος και οι παρεμβάσεις στο πολίτευμα με στόχο να ενισχυθεί ο λαϊκισμός, από την απλή αναλογική έως τη χρήση των δημοψηφισμάτων. Θυμάμαι τους διάφορους «χρήσιμους ηλιθίους» που δήλωναν παλαιότερα πως «ψήφιζαν πολίτευμα» και διαπιστώνω πως τελικά είχαν δίκιο, απλά τους προέκυψε κάτι εντελώς διαφορετικό.

Αρκετές φορές κατά τη διάρκεια της πορείας της μέσα στην κρίση, η χώρα βρέθηκε μπροστά σε μια κρίσιμη καμπή που απαιτούσε όραμα και ηγετική θέληση για υπέρβαση. Οσες φορές όμως βρέθηκε στο σημείο αυτό απέτυχε να πραγματοποιήσει το αναγκαίο βήμα. Η βασική αιτία είναι πως το πολιτικό προσωπικό αποδείχθηκε μυωπικό και κατώτερο των περιστάσεων. Οι πολιτικές ηγεσίες επέλεγαν κάθε φορά τις εύκολες λύσεις, με αποτέλεσμα και να αποτυγχάνουν να πιάσουν τους στόχους τους και να αυτοκτονούν πολιτικά, ανοίγοντας όμως παράλληλα την πόρτα σε αδίστακτους τυχοδιώκτες. Κάθε αποτυχία μάς έσπρωχνε ολοένα και πιο βαθιά στην κρίση, μέχρι που φθάσαμε στα πρόθυρα της κατάρρευσης τον περασμένο Ιούλιο. Η επισκόπηση της πορείας αυτής αναδεικνύει πέντε τουλάχιστον χαμένες ευκαιρίες.

Η πρώτη θα μπορούσε να τοποθετηθεί μέσα στο 2008, όταν έγινε σαφές στην κυβέρνηση του Κώστα Καραμανλή, και αυτό παρά την πλαστογραφία των στατιστικών στοιχείων, πως η οικονομία κατευθυνόταν στον γκρεμό. Τα καμπανάκια της Ευρωπαϊκής Επιτροπής πολλαπλασιάζονταν και η απάντηση έπαιρνε τη μορφή δημοσιονομικών πρωτοβουλιών γραμμένων πάνω σε... χαρτοπετσέτα. Ισως μια αποφασιστική δημοσιονομική παρέμβαση την εποχή εκείνη να είχε σώσει την παρτίδα. Ομως η κυβέρνηση επέλεξε τότε τη φυγή διαμέσου των εκλογών, προειδοποιώντας πάντως πως τα σκληρά μέτρα ήταν πλέον αναπόφευκτα.

Η δεύτερη χαμένη ευκαιρία ταυτίζεται με τη διακυβέρνηση του Γιώργου Παπανδρέου, που ξεκίνησε με ψευδεπίγραφα συνθήματα στις εκλογές του 2009, συνεχίστηκε με έντονη ατολμία και υποτίμηση των προβλημάτων και κατέληξε σε Βατερλώ το 2011, παρά τις φιλότιμες προσπάθειες που έγιναν στην πορεία και που περιγράφει με ενάργεια ο τότε υπουργός οικονομικών Γιώργος Παπακωνσταντίνου (στην εξαιρετική του μαρτυρία «Game over»). Το τεράστιο μέγεθος της δημοσιονομικής προσαρμογής που απαιτήθηκε, οι αστοχίες του προγράμματος διάσωσης της χώρας και η προβληματική (και με μισή καρδιά) εφαρμογή του από την ελληνική κυβέρνηση συνέβαλαν στη μεγέθυνση της κρίσης και κατέληξαν στην κατάρρευση του μεταπολιτευτικού κομματικού συστήματος.

Η τρίτη χαμένη ευκαιρία σχετίζεται με την κυβέρνηση Παπαδήμου το 2011. Η απόφαση να σχηματισθεί κυβέρνηση περιορισμένης ευθύνης και διάρκειας αποδείχθηκε καταστροφική. Φέρει πρωταρχικά τη σφραγίδα του Αντώνη Σαμαρά, που απέτυχε να αντιληφθεί πως το μεταπολιτευτικό σύστημα των προβλέψιμων εναλλαγών μεταξύ των δύο μεγάλων κομμάτων είχε πλέον κλονιστεί. Ετσι πλειοδότησε στην καλλιέργεια ανεδαφικών υποσχέσεων, πιέζοντας για εκλογές που οδήγησαν σε πανωλεθρία του δικομματισμού. Με τον τρόπο αυτό έγινε μεν πρωθυπουργός, αλλά μιας αδύναμης κυβέρνησης και εν μέσω μιας μεγάλης τρικυμίας στην οποία είχε συμβάλει πρωταρχικά και ο ίδιος.

Τέταρτη χαμένη ευκαιρία υπήρξε η κυβέρνηση Αντώνη Σαμαρά το 2012, που παρά την πολύ σημαντική επιτυχία της να κρατήσει την Ελλάδα όρθια μέσα σε μια εξαιρετικά δύσκολη συγκυρία και να την οδηγήσει για πρώτη φορά σε μικρή μεν αλλά πραγματική ανάπτυξη και επιστροφή στις διεθνείς χρηματοπιστωτικές αγορές, συνέχισε (με τις πλάτες του ΠΑΣΟΚ και αρχικά της ΔΗΜΑΡ) τις κοντόφθαλμες πελατειακές πρακτικές, με αποκορύφωμα την αυτοκτονία της μετά τις ευρωεκλογές του 2014.

Η πέμπτη και τελευταία χαμένη ευκαιρία ανήκει, όπως είδαμε, στον Αλέξη Τσίπρα. Είναι ίσως η μεγαλύτερη και πιο καταστροφική απ’ όλες τις άλλες. Ελπίζω να μην είναι η τελευταία. Ενα στοιχείο που συμβάλλει στην απαισιοδοξία είναι ότι έως τώρα οι αποτυχίες δεν φαίνεται να οδήγησαν στη διόρθωση των σφαλμάτων. Το αντίθετο. Οξυναν την παθολογία που τις δημιούργησε.

*Ο κ. Στάθης Ν. Καλύβας είναι καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο Πανεπιστήμιο Yale.
Έντυπη ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

Ποιος Κάφκα;

Ιστορίες δικαστικής τρέλας με φόντο σκάνδαλα τριακονταετίας


Κέζα Λώρη 

Διαβάζουμε ειδήσεις για δικαστικές υποθέσεις και είναι σαν να διαβάζουμε αποσπασματικά ένα παραμύθι. Γράφουν: «Σε επ' αόριστον αναβολή οδηγήθηκαν οι δικαστές για την υπόθεση των μαύρων ταμείων της Siemens. Η αιτία της αναβολής ήταν η μη μετάφραση του παραπεμπτικού βουλεύματος». Σαν να γράφουν: «Ο κυνηγός σήκωσε το τσεκούρι για να χτυπήσει...». Ας το πιάσουμε, λοιπόν, από την αρχή, να πούμε την ιστορία, όπως χωρά σε μια σελίδα.

Η δίκη που αναβλήθηκε αφορά την προμήθεια ψηφιακών κέντρων, δηλαδή τη σύμβαση του ΟΤΕ 8002/1997. Οι εμπλεκόμενοι είναι 64, Ελληνες και Γερμανοί, και κατηγορούνται για δωροδοκία. Πρόκειται για μια από τις τέσσερις υποθέσεις όπου στελέχη της Siemens έδιναν μίζες για να πάρουν κρατικές δουλειές. Ας το πιάσουμε, λοιπόν, από την αρχή, με ονόματα, για να μην ξεχνιόμαστε.

Το 1994 η κυβέρνηση Ανδρέα Παπανδρέου αναθέτει απευθείας στη Siemens την προμήθεια ψηφιακών παροχών. Το 1996 η κυβέρνηση Σημίτη αναθέτει επιπλέον ψηφιακές παροχές. Την επόμενη χρονιά γίνεται κι άλλη ανάθεση. Υπογραμμίζουμε: χωρίς διαγωνισμό, χωρίς δικαιολόγηση για την επιλογή προμηθευτή. Οι υπουργοί που υπογράφουν τις αναθέσεις είναι οι Αλέκος Παπαδόπουλος, Γιάννος Παπαντωνίου, Χάρης Καστανίδης, Τάσος Μαντέλης. Παρένθεση: Δεν ζητήθηκαν προσφορές από άλλες εταιρείες, ενώ εκ των υστέρων διαπιστώθηκε ότι θα μπορούσαν να αναλάβουν σχεδόν τριάντα άλλες εταιρείες. Να μείνουμε, όμως, στο παραμύθι.

Ηταν η εποχή της ευμάρειας, όλοι είχαν γεμάτες τσέπες, οι τράπεζες μοίραζαν δάνεια, το κράτος μοίραζε πρόωρες συντάξεις, ο μέσος Ελληνας γκρέμιζε το κοτέτσι για να το κάνει έπαυλη. Κι εκεί που ήταν όλα ζάχαρη, ξεσπά σκάνδαλο στη Γερμανία με στελέχη της Siemens να παραδέχονται ότι στην Ελλάδα μοίρασαν μίζες ύψους 130 εκατομμυρίων μάρκων. Στην Ελλάδα αρχίζει προανάκριση και γίνεται μύλος μεταξύ δικαστών για το ποιος έκανε ή δεν έκανε σωστά τη δουλειά του. Λόγια στα λόγια, περνάνε τα χρόνια.

Προκύπτει ότι υπάρχουν ευθύνες πολιτικών προσώπων, σταματούν τα δικαστήρια και αναλαμβάνει η Βουλή. Βρισκόμαστε στο 2010 και η Εξεταστική Επιτροπή μετά τα σούρτα φέρτα διαφόρων δεν καταλήγει πουθενά. Εν τω μεταξύ, αποδεικνύεται ότι η Ελλάδα είναι ευεπίφορο περιβάλλον για σκάνδαλα και αποκαλύπτονται το ένα μετά το άλλο, με εξοπλισμούς στον στρατό, με δημόσια έργα, με τα φάρμακα. Παντού λεφτά που διακινούνται ύποπτα, τραπεζικοί λογαριασμοί που ανοίγουν ανύποπτα και δεκάδες εμπλεκόμενοι σε κάθε ιστορία. Πολλές οικογένειες ευημερούν, ξοδεύουν με αμετροέπεια, τους βλέπουμε, αυτούς και τα παιδιά τους, να είναι μέσα στα πράγματα, σε κέντρα λήψης αποφάσεων, μέσα στη χλιδή. Οι οικογένειες των μιζαδόρων είναι πια το αφρόγαλα του νεοπλουτισμού.

Στις δικαστικές αίθουσες γίνεται φεστιβάλ αναβολών για αυτές τις υποθέσεις. Ταυτόχρονα καταγράφονται υπέροχες πρωτοβουλίες όπως η παράκληση προς το ακροατήριο «ομιλεί κανείς την γαλλικήν;» καθώς δεν υπήρχε διερμηνέας. Το πλήθος των κατηγορουμένων και οι 1.580 σελίδες της συγκεκριμένης δικογραφίας φτιάχνουν μια κατάσταση που δεν θα τολμούσε να φανταστεί ούτε ένας σύγχρονος Κάφκα. Για να μην πολυλογούμε, φτάσαμε στη δικάσιμο της προηγούμενης εβδομάδας, όλα καλά, να τιμωρηθεί και κανένας, φευ, πάλι κάτι βρέθηκε προς όφελος της παρακώλυσης. Το δικαστήριο είπε ότι το παραπεμπτικό βούλευμα δεν είχε μεταφραστεί. Ολιγωρία, σοβαρή ολιγωρία.

Αυτό το παραμύθι δεν έχει τέλος. Θα μπορούσε να είναι αυτή η τελευταία σελίδα, αναβολή επ' αόριστον, μάλλον για του Αγίου Ποτέ. Και ξαφνικά πετιέται το υπουργείο Εξωτερικών, που είναι αρμόδιο για τη μετάφραση του βουλεύματος, και λέει ότι, όχι, η μετάφραση έγινε και παραδόθηκε έγκαιρα. Η αναβολή, όμως, δεν αναβάλλεται και ο χρόνος δεν γυρίζει πίσω. Κι άλλος μύλος. Ολα μαζί οδηγούν στη συγχώρεση που λέγεται και παραγραφή. Ολα καλά και τα σκυλιά δεμένα. Οι κλέφτες μπορούν να χαίρονται.

* Δημοσιεύθηκε στο BHmagazino την Κυριακή 17 Ιουλίου 2016