Τρίτη 23 Φεβρουαρίου 2016

Λιθοβολώντας δορυφόρους


Κέζα Λώρη 

 Η πολιτική συζήτηση γίνεται με ορολογία της δεκαετίας του ’90, τόσο για την τηλεόραση όσο και για τις ιστοσελίδες




Στο Κολωνάκι θα λειτουργούν εφεξής είκοσι ένα καταστήματα υποδημάτων και το καθένα από αυτά θα απασχολεί έξι υπαλλήλους. Σύμφωνα με αναξιόπιστες πηγές, το μέτρο θα διευρυνθεί και στα τυροπιτάδικα που εγκαινιάζονται ανεξέλεγκτα στην πρωτεύουσα. Μελετάται, μάλιστα, η πρόταση να προσλαμβάνονται υποχρεωτικά κομσομόλοι στον κρίσιμο τομέα της σφολιάτας.

Είναι άραγε όλα αυτά αφηγήσεις πολιτικής φαντασίας; Φυσικά όχι. Είναι η νοοτροπία του ΣΥΡΙΖΑ που ήλθε να βάλει μια τάξη παντού. Τα τέσσερα κανάλια εθνικής εμβέλειας ήταν μόνο η αρχή. Ακολουθούν οι ιστοσελίδες στο Διαδίκτυο, που εφεξής θα υποχρεώνονται σε συμμόρφωση, δηλαδή στην υπαγωγή σε κρατικό μητρώο προκειμένου να έχουν έσοδα από διαφημίσεις του δημοσίου τομέα. Η κυβέρνηση, το κράτος, επιχειρεί να ελέγξει και να χαλιναγωγήσει τα πάντα - την πληροφορία, την ανάπτυξη, το εμπόριο.

Τα τηλεοπτικά κανάλια, οι εφημερίδες, τα ραδιόφωνα είναι επιχειρήσεις ενημέρωσης. Επιχειρήσεις. Δεν είναι ευαγή ιδρύματα. Είναι μαγαζιά που πωλούν την είδηση όπως τα άλλα μαγαζιά πωλούν παπούτσια και τυρόπιτες. Η πρόθεση της κυβέρνησης να ελέγξει τον αριθμό των τηλεοπτικών συχνοτήτων και να «ρυθμίσει» τη λειτουργία της ιντερνετικής ενημέρωσης αναλύθηκε υπό το παραμορφωτικό πρίσμα της μάχης με την ολιγαρχία, της μάχης με τα συμφέροντα, της μάχης με τη διαπλοκή. Εν τούτοις, όλα τούτα προδίδουν πολιτικές προθέσεις πολύ πιο σύνθετες, που παραπέμπουν στην απολυταρχία.

Ας διαβάσουμε προσεκτικά την εξήγηση που δίνει ο Γενικός Γραμματέας Ενημέρωσης Λευτέρης Κρέτσος για την πρόθεση να οργανώσει σε κρατικό πλαίσιο τα «αξιόπιστα σάιτ». Λέει λοιπόν: «Θέλουμε όσοι δραστηριοποιούνται στον χώρο να εισάγουν περισσότερα ποιοτικά στοιχεία λειτουργίας. Αυτά δεν μπορούν να προκύψουν όταν έχουμε εργασιακές γαλέρες, όταν ξεπλένουμε χρήματα στις ιστοσελίδες, όταν απειλούμε ανθρώπους, επιχειρηματίες και πολιτικούς με τη διασπορά ψευδών ειδήσεων».

Εργασιακές σχέσεις γαλέρας υπάρχουν και στην οικοδομή, αλλά κανείς δεν καθορίζει πόσους μόνιμους υπαλλήλους έχει κάθε κατασκευαστική εταιρεία. Ξέπλυμα χρήματος γίνεται, λένε, και στο ποδόσφαιρο, παρόλο που καταγράφονται σε μητρώο όλα τα ονόματα και όλοι οι συμβαλλόμενοι. Απειλές δέχονται και οι άνθρωποι της νύχτας, όμως το κράτος δεν έφτιαξε οργανισμό για την προστασία των μπουζουξήδων. Αυτό που για μια κυβέρνηση είναι «διασπορά ψευδών ειδήσεων» για τους επαγγελματίες του κλάδου ίσως λέγεται «αποκαλυπτική δημοσιογραφία».

Θα μπορούσαμε να πούμε ότι η κυβέρνηση διάβασε στα βιαστικά κάποιο εγχειρίδιο φιλοσοφίας της ηθικής και σπεύδει να δώσει τις απαντήσεις σε ερωτήματα που δεν τέθηκαν ποτέ, σε ερωτήματα ανούσια για την ιστορική στιγμή. Θα μπορούσαμε να τα πούμε όλα αυτά εάν δεν υπερτερούσε η βλακεία. Η τεχνολογία αλλά και οι αναγνώστες - τηλεθεατές δεν υπακούουν σε κανένα πλαίσιο. Η πολιτική συζήτηση γίνεται με ορολογία της δεκαετίας του '90, τόσο για την τηλεόραση όσο και για τις ιστοσελίδες.

Η ιδέα της αλλαγής έδρας για τα κανάλια δεν είναι δα και πρωτότυπη. Η έδρα θα φύγει, οι υποδομές θα μείνουν. Οι τηλεοπτικές εταιρείες θα μεταφερθούν σε χώρες με flat tax 10%, θα εκπέμπουν με δορυφόρο και θα κρατήσουν τους εργαζομένους ως ξένους ανταποκριτές. Το «MegaΜπλαγκόεβγκραντTV» θα έχει καθεστώς ανταποκριτών του BBC, με τις διαπιστεύσεις και τα λούσα του. Από το έδαφος ο Νίκος Παππάς θα λιθοβολεί τους δορυφόρους για να τους κατεβάσει.

Οσον αφορά την περιλάλητη κρατική διαφήμιση και την ενίσχυση που θα λάβουν τα πρόθυμα φερέφωνα, έχουμε νέα. Στο Διαδίκτυο αναδεικνύονται συστήματα πέρα από τα κρατικά, πέρα από τα διαφημιστικά, πέρα από τα συνήθη. Οση διαφήμιση και να πάρει ένας άχρηστος, θα παραμένει άχρηστος και χωρίς επισκεψιμότητα.

* Δημοσιεύθηκε στο BHmagazino την Κυριακή 21 Φεβρουαρίου 2016

Κυριακή 21 Φεβρουαρίου 2016

Μέσα στα ερείπια πορευόμαστε

ΝΙΚΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΡΑΣ

Π​​ώς θα μας έβλεπαν οι ποιητές του παρελθόντος, με την αφοσίωσή μας στην απραξία, με τις εμμονές, τους αυτοματισμούς και τις υπερβολές, καθώς βυθιζόμαστε, περιμένοντας λύση από κάποιους άλλους – είτε θεούς είτε βαρβάρους είτε δανειστές. Ζούμε στο καβαφικό σύμπαν, που διαπερνά τους αιώνες από το λυκόφως της αρχαιότητας έως τον Μεσοπόλεμο, με μάχες που χάθηκαν είτε δόθηκαν είτε όχι, με τη μελαγχολία της βέβαιης ήττας και αναμνήσεις κάποιας φευγαλέας ηδονής. Είμαστε, όμως, και θαμώνες της ταβέρνας του Βάρναλη, που «δειλοί, μοιραίοι και άβουλοι αντάμα!/ προσμένουμε, ίσως, κάποιο θάμα!». Ο καθένας, μικρός πρωταγωνιστής αριστοφάνειας σάτιρας και ευριπίδειας τραγωδίας. Τι είναι αυτός ο παράξενος χαρακτήρας που μας καταδικάζει να εναλλασσόμαστε συνεχώς μεταξύ μικρότητας και μεγαλοσύνης, μεταξύ αμαρτίας και αγιοσύνης, ελευθερίας και εξάρτησης, θριάμβου και συντριβής; Γιατί είμαστε ικανοί για τα καλύτερα και τα χειρότερα, συνεχώς και εναλλάξ;

Ας δούμε την καθημερινότητά. Οι αγρότες βρίσκονται στους δρόμους εδώ και εβδομάδες (τρόπος του λέγειν «οι αγρότες», επειδή οι περισσότεροι τρέχουν να προλάβουν τις υποχρεώσεις τους – η γη, σαν το χρέος, θέλει εξυπηρέτηση), κόβοντας τη χώρα σε τμήματα και κλείνοντας τα σύνορα με τη Βουλγαρία. Απαιτούν την απόσυρση κυβερνητικών μέτρων για την ασφάλιση και φορολόγησή τους, ενώ κράτος και κυβέρνηση δεν κάνουν κάτι για να λύσουν το πρόβλημα. Είναι σαν όλοι να παίζουν έναν ρόλο που έχουν παίξει πολλές φορές στο παρελθόν και δεν μπορούν να αλλάξουν τώρα το σενάριο. Οι μεν απαιτούν το απόλυτο, οι δε αφήνουν τα πράγματα να σέρνονται. Ουδείς εμπιστεύεται τον άλλον. Θα δούμε εάν η αυριανή συνάντηση του πρωθυπουργού θα σηματοδοτήσει κάποια εξέλιξη ή εάν θα συνεχίσει και αυτός στον ρόλο του παρατηρητή.

Διαφεύγει από όλους το γεγονός ότι η χώρα δεν είναι αυτή που ήταν – όταν κυβέρνηση μπορούσε να «δώσει» 500 εκατ. ευρώ στους αγρότες με το που απειλούσαν με κινητοποιήσεις. Τα χρήματα εκείνα είμαστε αναγκασμένοι να τα επιστρέψουμε στην Ευρώπη και να βρούμε άλλα με τα οποία να συνεχίσει να λειτουργεί η χώρα. Και η χώρα και οι επιχειρήσεις της και οι πολίτες βρίσκονται στο έσχατο σημείο σήμερα – μάχονται για την επιβίωσή τους. Οι αγρότες πιστεύουν ότι κι αυτοί κινδυνεύουν, και έτσι δεν διστάζουν να δράσουν σε βάρος του συνόλου. Ετσι κάνουμε σχεδόν όλοι, εξάλλου. Η κυβέρνηση, όμως, έχει ευθύνη να αποτρέπει ζημία σε άλλους πολίτες, αλλά και σε γειτονικές χώρες. Αντί να λύνει το πρόβλημα είτε με διορθώσεις στα μέτρα είτε με την επιβολή του νόμου, η κυβέρνηση ισχυρίζεται και ότι τα μέτρα είναι πολύ καλά και φιλολαϊκά (επειδή αυτή τα προτείνει), και ότι τα επιβάλλουν οι δανειστές (άρα η ίδια δεν ευθύνεται), και ότι καλά κάνει ο λαός και διαμαρτύρεται.

Το παράδοξο πάντρεμα αβουλίας και παραγοντισμού το βρίσκουμε σε όλο τον δημόσιο χώρο. Ενώ εκκρεμεί η αξιολόγηση των δανειστών και η οικονομία παραμένει παγωμένη, ενώ τα προβλήματα πολλαπλασιάζονται και μαύρα σύννεφα μαζεύονται στην ευρύτερη περιοχή, κανείς στην κυβέρνηση δεν φαίνεται να ανησυχεί ώστε να κάνει όποια αναγκαία κίνηση πριν από την ύστατη στιγμή. Συχνά, μάλιστα, κυβερνητικά στελέχη δεν επικοινωνούν ούτε μεταξύ τους ούτε με αρμόδιους ξένους παράγοντες. Το είδαμε στο προσφυγικό: λίγες μέρες πριν ληφθούν σκληρά μέτρα εναντίον της Ελλάδας, ύστερα από καθυστέρηση μηνών, το υπουργείο Αμυνας ανέλαβε να οργανώσει τα hotspots και τα κέντρα διαμονής (και, εν πολλοίς, τα κατάφερε). Εν τω μεταξύ, ενώ οι Ευρωπαίοι διαμαρτύρονταν ότι μόνο ένα από τα πέντε απαιτούμενα hotspots είχε στηθεί, δεν ήταν ευρέως γνωστό ότι αυτό (στη Λέσβο) εξυπηρετούσε τη μεγάλη πλειονότητα των εισερχόμενων ανθρώπων. Οπως στην οικονομία, και εμείς και οι Ευρωπαίοι αφήσαμε τον κόμπο να φθάσει στο χτένι – με όλες τις συνέπειες της έλλειψης προγραμματισμού και συνεννόησης – αντιδράσεις των εταίρων αλλά και Ελλήνων πολιτών που βρίσκονται κοντά στα επίμαχα σημεία.

Σε άλλη χώρα θα ήταν παράδοξο, στην Ελλάδα είναι φυσικό, η κυβέρνηση να ανέχεται κινητοποιήσεις που εμποδίζουν τη λειτουργία του κράτους, της οικονομίας, των πολιτών, ακόμη και γειτονικών χωρών, ενώ της περισσεύει η αποφασιστικότητα όταν αφορά αλλαγές στην εκπαίδευση, στη στελέχωση κρατικών θεσμών και υπηρεσιών, στην ενημέρωση, στις επενδύσεις και στην οικονομία γενικώς. Η αδιαφορία για τις συνέπειες είναι διαχρονική πληγή της πολιτικής μας.
Ισως μας ταιριάζει περισσότερο ο στίχος του Σεφέρη: «Ξύπνησα με το μαρμάρινο τούτο κεφάλι στα χέρια/ που μου εξαντλεί τους αγκώνες και δεν ξέρω πού να τ’ ακουμπήσω». Μύθος, όνειρο, απορία, φόβος, σύγχυση. Σε έναν κόσμο αλλαγμένο προχωράμε μέσα στα ερείπια, με μόνα όπλα όσα ξέραμε από πριν, όσα κάναμε έως χθες. Με φόβο και ανεξήγητη αισιόδοξη μέθη.

Έντυπη ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

Πραγματιστές και παραμυθιασμένοι

ΑΡΙΣΤΟΣ ΔΟΞΙΑΔΗΣ*

Ο​​ι περισσότεροι Ελληνες έχουμε αντιφατική σχέση με την οικονομική πραγματικότητα. Για όσα θέματα έχουμε παραστάσεις από την άμεση εμπειρία μας είμαστε πραγματιστές και μπορούμε να κρίνουμε τι είναι καλό για εμάς και τους κοντινούς μας. Για όσα θέματα αφορούν σε θεσμούς και πρόσωπα μακριά από εμάς είμαστε έτοιμοι να δεχτούμε την όποια αφήγηση μάς πλασάρουν οι δημαγωγοί, αν αγγίξουν επιδέξια την ανασφάλεια ή τον εγωισμό μας. Φρόνιμοι στα μικρά και όχλος στα μεγάλα.

Αυτό σκεφτόμουν διαβάζοντας τα αποτελέσματα της έρευνας «Τι πιστεύουν οι Ελληνες;» του οργανισμού «διαΝΕΟσις». Από τα πολλά και ποικίλα ευρήματα που παρουσιάζονται αναλυτικά στον ιστότοπο dianeosis.org, διαλέγω μερικά που αφορούν στην οικονομική κρίση και στην οικονομική πολιτική.

Για τα αίτια της κρίσης, ένα πολύ μεγάλο ποσοστό συμφωνεί ότι ευθυνόμαστε «όλοι μας που συνηθίσαμε να δανειζόμαστε για να καταναλώνουμε περισσότερα απ’ όσα παράγουμε» (84%). Η συμφωνία είναι διαταξική (ανώτερη/ μεσαία τάξη: 89%, κατώτερη/μεσαία: 82%), διεπαγγελματική και διαγενεακή. Αυτό ξαφνιάζει αν σκεφτούμε πόσο είχε επικρατήσει στον δημόσιο λόγο η άποψη ότι η λιτότητα είναι επιλογή των δανειστών, ενώ θα μπορούσαμε υπό άλλες συνθήκες να την αποφύγουμε. Αυτή ήταν η υπόσχεση του ΣΥΡΙΖΑ και των ΑΝΕΛ στις εκλογές του Ιανουαρίου 2015, γι’ αυτό νίκησαν, και αυτό έλεγαν ακόμα τον Απρίλιο 2015, όταν έγινε η έρευνα.

Η έρευνα προτείνει και άλλα αίτια της κρίσης, όπως το διεθνές χρηματοπιστωτικό σύστημα και την ανεπάρκεια των ελληνικών κυβερνήσεων, που και σε αυτά συμφωνούν οι περισσότεροι. Επιπλέον, το 68% πιστεύει ότι «κατά τη διάρκεια της πρόσφατης κρίσης, χώρες της Ευρωζώνης επεχείρησαν να καθυποτάξουν την Ελλάδα» και το 85% ότι «η Ε.Ε. εξελίσσεται σε ένωση κρατών υπό την κυριαρχία της Γερμανίας». Η παραδοχή, επομένως, ότι φταίνε σε μεγάλο βαθμό και οι ίδιοι οι Ελληνες δεν σημαίνει ότι έχουν εσωτερικεύσει την ενοχή, πιεσμένοι από την ιδεολογική κυριαρχία του ιμπεριαλισμού, όπως διατείνεται μια αριστερή άποψη.

Για τις ξένες επενδύσεις, το 73% θεωρεί ότι χωρίς αυτές «δεν μπορεί να υπάρξει ανάπτυξη στην Ελλάδα». Οι περισσότεροι κατανοούν πόσο δύσκολο είναι να δημιουργηθούν δουλειές μόνο στις βιοτεχνίες ή στο Δημόσιο. Ταυτόχρονα, περίπου οι μισοί θεωρούν ότι οι ξένες επενδύσεις «απειλούν την ύπαρξη των ελληνικών επιχειρήσεων», που είναι λογικό, αφού οι πολυεθνικές είναι γενικά πιο ανταγωνιστικές.

Στην ερώτηση: «Οι ξένες επενδύσεις σε στρατηγικούς τομείς της ελληνικής οικονομίας (λιμάνια, αεροδρόμια, ενέργεια, κ.λπ.) είναι θετικές ή αρνητικές;» το 72% απαντά θετικές. Αλλά το 52% είναι «κατά των ιδιωτικοποιήσεων των οργανισμών και υπηρεσιών κοινής ωφέλειας (ΕΥΔΑΠ, ΔΕΗ κ.λπ.)». Ενώ βλέπουν τα οφέλη του νέου επενδυτή, οι περισσότεροι ανησυχούν για την αλλαγή καθεστώτος στα πολύ βασικά και γνώριμα.

Για τη σχέση του κράτους με τον ιδιωτικό τομέα, το 54% θεωρεί ότι «το κράτος επεμβαίνει υπερβολικά και δεν επιτρέπει στον ιδιωτικό τομέα της οικονομίας να δημιουργήσει πλούτο και θέσεις εργασίας», ενώ το 42% ότι «δεν επεμβαίνει αρκετά και επιτρέπει στον ιδιωτικό τομέα να δρα ασύδοτος». Και οι δύο απόψεις έχουν εμπειρικό έρεισμα, αφού έχουμε πολύ βαριά γραφειοκρατία αλλά ταυτόχρονα μεγάλη παραβατικότητα στις επιχειρήσεις. Πραγματισμός λοιπόν κι εδώ.
Για τους φόρους: «Πρέπει να υπάρχει υψηλή φορολογία και ισχυρό κράτος πρόνοιας για όλους;» ή «Πρέπει η φορολογία να είναι χαμηλή έστω και αν υπάρχει λιγότερη κρατική μέριμνα;» Τον Απρίλιο του 2015, που έγινε η κύρια έρευνα, η διαφορά ήταν δέκα μονάδες υπέρ της πρώτης άποψης. Τον Νοέμβριο, που έγινε μια επανάληψη, η διαφορά ήταν τέσσερις μονάδες υπέρ της δεύτερης. Πιθανή ερμηνεία: οι προηγούμενες κυβερνήσεις αύξησαν μεν τους φόρους, αλλά το παρουσίαζαν ως αναγκαίο κακό που δεν πάει άλλο. Η τωρινή κυβέρνηση, μετά τον Σεπτέμβριο, υπερασπίζεται ιδεολογικά τούς υψηλούς συντελεστές, χωρίς αίσθηση του μέτρου, ενώ δεν βελτιώνει την πρόνοια. Είναι φυσικό, λοιπόν, να τρομάζουν πολύ περισσότεροι με το μοντέλο του μεγάλου κράτους.
Πλάι στις προσγειωμένες απόψεις για τα καθημερινά, υπάρχουν οι εξωπραγματικές για τη μεγάλη, γεωπολιτική εικόνα. «Αντί της συμμετοχής στην Ευρωζώνη, μήπως τα συμφέροντα της Ελλάδας διασφαλίζονται περισσότερο με μια προνομιακή σχέση/συμμαχία κυρίως με κάποια άλλη χώρα;». Το 47% απαντά ναι, και το 30% ειδικά ναι με τη Ρωσία. Από τους νέους 18-24, το 52% λέει ναι με τη Ρωσία. Στην ερώτηση ποιος ωφελήθηκε περισσότερο από τη συμμετοχή της Ελλάδας στην Ε.Ε., το 54% απαντά η Ε.Ε., ενώ το 33% η Ελλάδα. Γενικότερα, όπως ανέλυσε ο Γ. Μοσχονάς, έχει διαμορφωθεί μια σημαντική, συμπαγής μειοψηφία, η οποία θεωρεί ότι η Ελλάδα πρέπει να φύγει όχι μόνο από το ευρώ αλλά από την Ε.Ε.

Υπάρχει πολιτικό μήνυμα στα ευρήματα. Οι περισσότεροι Ελληνες σχηματίζουν άποψη για τη μεγάλη εικόνα από τον λόγο των ελίτ, από τους δημοσιογράφους, τους καθηγητές, τους μητροπολίτες και τους πολιτευτές. Στην πλειονότητά τους οι επώνυμοι πετούν στα σύννεφα της συνωμοσίας και του «άλλου κόσμου που είναι εφικτός». Αλλά στα καθημερινά, όπου έχουν άμεση εποπτεία, οι πολλοί δεν παραμυθιάζονται.

Οποια παράταξη πείσει ότι λέει αλήθειες για τις δουλειές, τους φόρους και τις παροχές, με γλώσσα απλή για το ορατό μέλλον, θα ανακτήσει την εμπιστοσύνη που χάθηκε στις πλατείες και στις οθόνες.

* Ο κ. Αρίστος Δοξιάδης είναι εταίρος στην εταιρεία Επιχειρηματικών Συμμετοχών  Openfund.

ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ