Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα πολιτισμός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα πολιτισμός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 11 Μαΐου 2024

Eurovision 2024 - Μαρίνα Σάττι.


 

Μαρίνα Σάττι.

Η εκπροσώπηση μας στη Eurovision 2024

Η φωτογραφία από το in magazin (in.gr).

Έχουμε δει πολλοί φαντάζομαι το σχετικό βίντεο.

Δεν νομίζω πως έχει καμία σχέση με το Ισραήλ.

Ακόμα και αυτό έχει απαιτήσεις.

Είναι μια, απλά, ακραία αγενής συμπεριφορά για κάποια που βρίσκεται σε ένα πάνελ.

37 χρονών γυναίκα.. Μου φαινόταν για μικρότερη και είχα διάθεση να την δικαιολογήσω. Είναι θέμα στοιχειώδους παιδείας  ή και προσωπικού branding, (τόσο επιτηδευμένο, παίζει στις μέρες μας,)..

Να είναι καλά να την χαιρόμαστε!!! Και τους συμβούλους της, αν έχει!

Ντράπηκα όταν το είδα.

Δευτέρα 22 Μαΐου 2023

Kemal - Xatzidakis (the original)


                                               Αρκετά το ευτέλισαν οι τραμπούκοι..

Παρασκευή 24 Φεβρουαρίου 2023

Σιχαίνομαι ν’ ακολουθώ, σιχαίνομαι και να καθοδηγώ

"Σιχαίνομαι ν’ ακολουθώ, σιχαίνομαι και να καθοδηγώ.

Να υπακούω; Όχι! Και να κυβερνώ; Ούτε και τούτο!

Όποιος δεν φοβάται τον εαυτό του, φόβο δεν προκαλεί.

Και μόνον όποιος φόβο προκαλεί, μπορεί να οδηγήσει άλλους.

Σιχαίνομαι ακόμα και να καθοδηγώ τον εαυτό μου!

Μ’ αρέσει, όπως στα ζώα του δάσους και της θάλασσας, να χάνομαι για λίγο.

Nα κάθομαι ανακούρκουδα σε μια ερημιά και να στοχάζομαι,

να ξαναφέρνω πάλι πίσω τον εαυτό μου από μακριά,

πλανεύοντάς τον για να γυρίσει ξανά σ’ εμένα...."

Φ.Νίτσε


 

Παρασκευή 24 Δεκεμβρίου 2021

Κ.Τσάτσος: το πρώτο μάθημά μου για την αρχοντιά


 

Θα ‘μουνα δέκα χρονών. Το καλοκαίρι, όταν τέλειωνα το σχολείο κατέβαινα στο ισόγειο δικηγορικό γραφείο του πατέρα μου, όπου και με έβαζαν να αντιγράφω δικόγραφα. Για τις τέσσερις σελίδες χωρίς περιθώριο, πληρωνόμουν μια δραχμή.

Καθισμένος σ’ ένα από τα γραφεία των βοηθών χάζευα πού και πού τους πελάτες, κάθε λογής, πού μπαινόβγαιναν.

Ένα πρωινό ήρθε ένας λεβεντόγερος με κάτασπρη φουστανέλλα. Οι φουστανελλάδες ακόμη τότε δεν ήταν σπάνιο φαινόμενο. Είδα τους βοηθούς δικηγόρους να σηκώνονται και να του κάνουν μιαν ιδιαίτερα θερμή υποδοχή.

Ο πρώτος βοηθός που φαίνεται να τον γνώριζε καλά, έπιασε κουβέντα μαζί του. Και μια στιγμή τον ρωτάει: «Και τώρα, μπάρμπα Μήτρο, πόσων χρόνων είσαι;» Και ο μπάρμπα Μήτρος, με τ’ όνομα Δημήτριος Μαλαμούλης που είχε εν τω μεταξύ στρογγυλοκαθίσει, του απαντάει μονολεκτικά… «Δύο». Δηλαδή εκατόν δύο. Από τα εκατό είχε αρχίσει νέα αρίθμηση.

Βγήκε εν τω μεταξύ ο πατέρας μου. Τον οδήγησε στο μέσα γραφείο τα είπανε με αυτόν και το γιο του, ένα λεβέντη εβδομηνταπεντάρη, και όταν βγήκαν στο δωμάτιο που βρισκόμουν και εγώ, πρώτα με σύστησε και ύστερα μου ανήγγειλε ότι θα πάμε την Κυριακή να επισκεφθούμε τον Μαλαμούλη στο χειμαδιό του, κάπου στον Ωρωπό.

KonstantinosTsatsos2

Από κουβέντα δεν έπαιρνε ο μπάρμπα Μήτρος. Λίγα λόγια, μετρημένα, βαριά. Τους βοηθούς τού πατέρα μου κι εμένα είχα το αίσθημα ότι μας έβλεπε σαν μικρό κοπάδι αρνάκια. Μικρό, διότι ό Μαλαμούλης είχε απάνω από 3000 αρνιά και κατσίκια, στα Άγραφα το καλοκαίρι και τον χειμώνα στα ορεινά της Αττικής.

Την Κυριακή, όταν φθάναμε στον τόπο όπου είχε στήσει τα τσαντήρια του, των παιδιών, των εγγονών και των δισεγγόνων του, ρίχτηκαν οι καθιερωμένες μπαταριές και μετά μαζευτήκαμε στο μεγάλο τσαντήρι του Γέρου. Είχα μαζί μου, νέο εικοσάχρονο, τον δάσκαλό μου Basset, αυτόν που έκανα πρόσωπο στους «Διαλόγους σε μοναστήρι». Αυτός που δεν χόρταινε να θαυμάζει.


Σε λίγο σταύρωσε ο Γέρος το πρώτο ψωμί. Και οι γυναίκες, αμίλητες και φασαρεμένες μοίραζαν τα κοψίδια, αρνάκι, κατσικάκι, όλα τα αγαθά. Θυμάμαι ακόμη τις βεδούρες τα γιαούρτια. Ο γέρο Μαλαμούλης, στη μέση καθισμένος σταυροπόδι, μέσ’ στις άσπρες βελέντζες, τα επόπτευε όλα και έδινε στις γυναίκες και στους παραγιούς προσταγές.

Όταν λίγο μεγαλύτερος διάβασα «Οδύσσεια» τον γέρο Μαλαμούλη τον ταύτιζα μέσ’ στη φαντασία μου με τον Νέστορα, όταν δέχονταν τον Τηλέμαχο.

Καθώς ήμουν καθισμένος πλάι στον πατέρα μου τον ρώτησα ψιθυριστά: «Qu’est-il ce vieux;». «C’est un grand seigneur» μου απαντάει o πατέρας μου και αυτός ψιθυριστά. Και γυρίζοντας αργότερα το λόγο στα ελληνικά: «Να καταλάβεις τι είναι αρχοντιά».

Ήταν το πρώτο μάθημά μου για το μέγα τούτο ηθικό αγαθό: την αρχοντιά.

Αργότερα, μεγάλος σ’ ένα πελοποννησιακό χωριό, γνώρισα έναν άλλο πιο νέο, σχεδόν μεσόκοπο, χωρικό. Στο πρόσωπό του ξανασυνάντησα αυτό που είχα γνωρίσει παιδί στο πρόσωπο του Μαλαμούλη: την αρχοντιά. Το σταύρωμα του καρβελιού από αυτόν ήταν μια ιεροπραξία.

Η αρχοντιά δεν είναι συνώνυμο με την αριστοκρατικότητα, δεν σημαίνει καμιά ταξική διαφορά ή μια διαφορά πλούτου. Αλλά δεν είναι και ένα ηθικό απλώς γνώρισμα. Είναι μια σύνθεση υπερηφάνιας, ευπρέπειας, αυτοπεποίθησης, μεγαλοψυχίας. Άρχοντες βρίσκεις εγκατεσπαρμένους σε όλα τα είδη ανθρώπων. Ο άρχοντας δεν γίνεται ποτέ μάζα, σε όποια τάξη και αν ανήκει, μένει πάντα πρόσωπο. Δεν μπορώ — ίσως αδυναμία μου — με μια φράση να την ορίσω την αρχοντιά. Αλλά όταν συναντώ κάποιον που έχει αυτό το σύμπλεγμα των αρετών που την απαρτίζουν, τότε την αναγνωρίζω. Λέω μέσα μου: Αυτός είναι άρχοντας. Ανήκει σε ααυτή την εκλεκτή κατηγορία ανθρώπων.

Έχομε άρχοντες κατά την νομικήν έννοια, που δεν έχουν αρχοντιά. Έχομε όμως χειρώνακτες που έχουν αρχοντιά.

Κωνσταντίνος Τσάτσος (1899-1987)

Από το Αντικλείδι

Κυριακή 6 Μαρτίου 2016

Αυτό είναι άνθρωπος...

ΜΑΡΙΑ ΤΟΠΑΛΗ

 

Ελάλ’ νε μας». Μας απωθούσαν, δηλαδή, κραυγάζοντας, όπως σαλαγά κανείς ζώα, έλεγε στη μητέρα μου η γηραιά Πόντια θεία της για το πώς φέρθηκαν οι κάτοικοι των ελληνόφωνων χωριών στους εξόριστους Σανταίους. Πριν από την ανταλλαγή των πληθυσμών, η Σάντα του ορεινού Πόντου υπέστη ολοσχερή καταστροφή: εξορία και αφανισμός των αμάχων από τις κακουχίες και την κακοποίηση, εξόντωση των ενήλικων ανδρών στα μαρτυρικά «αμελέ ταμπουρού». Στην εξορία οι Σανταίοι, βασανισμένοι και ρακένδυτοι, διήλθαν από ελληνόφωνα χωριά. Κάποιοι τους βοήθησαν. Οι περισσότεροι τους έδιωχναν με κραυγές.

«Ερχονται οι πρόσφηγκες», είναι η άλλη φράση που η μητέρα μου μνημονεύει. Καθώς οι Βούλγαροι κατέλαβαν την Αλεξανδρούπολη, η οικογένεια βγήκε για δεύτερη φορά στην προσφυγιά, κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Η μητέρα μου, 9 χρόνων, βρέθηκε στα περίχωρα της ευβοϊκής Χαλκίδας. Θυμάται πόρτες να κλείνουν, γυναίκες που έσπευδαν να μαζέψουν τα παιδιά τους: «Ερχονται οι πρόσφηγκες».

Ο Σεφέρης καταγράφει, σοκαρισμένος, τη διάσημη πλέον φράση του πρόσφυγα που χρειάστηκε να φτύσει μέσα στο στόμα του παιδιού του για να μην πεθάνει εκείνο από τη δίψα, καθώς οι κάτοικοι κάποιου νησιού στο Ανατολικό Αιγαίο τούς ζητούσαν χρήματα για ένα ποτήρι νερό. Η σημερινή εικόνα μοιάζει χτυπητά διαφορετική. Υπάρχει, βέβαια, πάντοτε κερδοσκοπία και σίγουρα δεν είναι άγγελοι όλοι οι συμπολίτες μας, είναι, ωστόσο, διάχυτο ένα μεγάλο κύμα έμπρακτης βοήθειας προς τους πρόσφυγες από τη Συρία και τις άλλες εμπόλεμες περιοχές.

Ενστικτωδώς δίνω μιαν ερμηνεία, που θέτω φυσικά σε έλεγχο και συζήτηση. Οι κάτοικοι της σημερινής Ελλάδας είναι, σε μεγάλο βαθμό, δυτικοί, πολιτισμένοι και χορτάτοι. Παρ’ όλη την κρίση, απέχουν στη συντριπτική πλειονότητά τους πολύ από τη φτώχεια άλλων τόπων και εποχών, παρά τις ανοησίες και τα ψεύδη που μέρος της πολιτικής επιχείρησε να υποστηρίξει επ’ αυτού. Φαίνεται, λοιπόν, πως ο πολιτισμένος, μορφωμένος Ελληνας που έχει καλύψει τις βασικές του ανάγκες, είναι πολύ περισσότερο συμπονετικός και διαθέσιμος να βοηθήσει από τον φτωχό και αγροίκο πρόγονό του. Αν ισχύει αυτή η υπόθεση, θα πρέπει να δεχτούμε κάτι που μοιάζει ούτως ή άλλως αυτονόητο, μολονότι προσκρούει στον ναρκισσισμό του αυτοοικτιρμού: ότι, δηλαδή, ο πολιτισμένος, μορφωμένος άνθρωπος, που αισθάνεται σχετικά τουλάχιστον ασφαλής, είναι πολύ περισσότερο «άνθρωπος»


ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

Τρίτη 26 Ιανουαρίου 2016

Οι νεκροί

... πολιτική είναι η διεκδίκηση της ζωής και των αποχρώσεων που της δίνουν νόημα, όχι αναγκαστικά οι τακτικισμοί του Τσίπρα, η μπρουταλιτέ του Καμμένου, η υποκρισία του Σπίρτζη, τα δικολαβίστικα του Κατρούγκαλου...




του Ηλία Κανέλλη
 Στο μικρό αριστούργημά του «Ο νεκρός» (ή «Οι νεκροί»), ο Τζέιμς Τζόις μιλά για έναν απόλυτο έρωτα. Για ένα παιδί που, αν και φυματικό, είχε έρθει νύχτα με βροχή να διεκδικήσει την αγαπημένη του, κάτω από το παράθυρό της. Μετά η κατάστασή του επιδεινώθηκε. Και πέθανε. Η αγαπημένη του παντρεύτηκε, έζησε μια τυπική οικογενειακή ζωή ως μέλος της μεσαίας τάξης και, απλώς, ένα βράδυ αποκάλυψε στο σύζυγό της, χωρίς εξάρσεις ούτε και υφέσεις, τη μεγάλη κρυφή ιστορία της – ένα βράδυ που χιόνιζε και το χιόνι σκέπαζε και την πόλη και την ύπαιθρο και τα σπίτια και τα δέντρα, και όλους τους ζωντανούς και τους νεκρούς.

Ο Τζόις περιέγραψε με απόλυτη ωμότητα το θέμα ενός ανθρώπου, εκείνης της γυναίκας, που ζει με ένα μεγάλο προσωπικό μυστικό που λόγω των συμβάσεων δεν επιτρέπεται να το αποκαλύψει. Η εξομολόγηση του μυστικού της στον σύζυγό της είναι, συνάμα, και παραδοχή ότι η ζωή της είναι άδεια, χωρίς το περιεχόμενο της μεγάλης αφοσίωσης και του πάθους και της διεκδίκησης και της θυσίας που ενέχει ο απόλυτος έρωτας. Ούτε εκείνη λυτρώνεται με την αποκάλυψη ούτε κι εκείνος. Εκείνη μένει με τα φαντάσματα μιας εξιδανικευτικής υπόσχεσης που δεν δοκιμάστηκε στη ζωή, εκείνος ευγενικά θα συνεχίσει κατά τα φαινόμενα να αποδέχεται τη σύμβαση της συμβίωσης γνωρίζοντας ότι είναι ο αναγκαίος δεύτερος ώστε να υπάρξει η σύμβαση. Τίποτα άλλο.

Η παραπάνω ιστορία είναι ένα μεγάλο μάθημα συνείδησης δύο σπουδαίων προσωπικοτήτων που και οι δύο πέθαναν με απόσταση μερικές μόνο ώρες. Ο ένας ήταν ο γλύπτης Γιώργος Λάππας. Ο άλλος, ο ψυχίατρος-ψυχαναλυτής, καθηγητής Θανάσης Τζαβάρας. Και των δύο δουλειά ήταν να θεραπεύουν το τραύμα, που συνήθως είναι καλά κρυμμένο κάτω από την κοινωνική σύμβαση.

Ο Λάππας είναι γνωστός (σε όσους είναι γνωστός) για τα κόκκινα ανθρωπάκια του, λίγο στραπατσαρισμένα, λίγο κακοχυμένα, μερικές φορές τις λεπτομέρειές τους, ένα στόμα φιμωμένο, κάποια κομμένα μέλη… Είναι το πιο γνώριμο μοτίβο του, αλλά δεν είναι το μόνο. Οι γλυπτικές εγκαταστάσεις του συχνά είναι απροσδόκητες. Θυμάμαι ένα έργο του, ένα τεράστιο πουλί κι ένας άντρας που το χαϊδεύει ή, άραγε, ετοιμάζεται να καβαλήσει πάνω του, να πετάξουν;

Η επιμελήτρια της Εθνικής Πινακοθήκης, πάλι, Μαριλένα Κασιμάτη, θυμήθηκε μια τεράστια εγκατάσταση στη Θεσσαλονίκη, με χίλιες μικροκαμωμένες φιγούρες, μια σιδερένια περικεφαλαία και κάποιες άδειες καρέκλες – το είχε φιλοτεχνήσει για μια Μπιενάλε της Θεσσαλονίκης και αναμετριόταν με το τραύμα της πόλης που επί δεκαετίες απωθούσε η σκληρόπετση εθνικοφροσύνη της και οι επίσης σκληρόπετσες ιδελογικές προτεραιότητες της Αριστεράς της, τη σύλληψη, τον εξευτελισμό, την εξορία και τη θανάτωση στα στρατόπεδα του Γ’ Ράιχ 9.000 Εβραίων της πόλης: οι φιγούρες είναι οι Εβραίοι που αφανίστηκαν, λέει η Κασιμάτη, η σιδερένια περικεφαλαία είναι η πολεμική μηχανή του χιτλερισμού, οι άδειες καρέκλες είναι η αδιαφορία όσων έβλεπαν από τα παράθυρα και τα μπαλκόνια και δεν έκαναν τίποτα, δεν είπαν τίποτα, έκαναν ότι δεν είδαν…

Ο Λάππας, Αιγυπτιώτης ο οποίος ξεπέρασε την εσωτερική εξορία που ένιωσε στην Αθήνα παρακολουθώντας συστηματικά τον Καραγκιόζη του Σωτήρη Σπαθάρη, έπεσε με τα μούτρα στη δουλειά, στην τέχνη, σε μια δουλειά φαινομενικά άχρηστη, που όσο πιο άχρηστη γίνεται ως αξία χρήσης, όσο δηλαδή απομακρύνεται από τη διακοσμητικότητα, τόσο πιο μεγάλη σημασία αποκτά. Τι είναι τέχνη, κατά τον Λάππα; Να οικειοποιείσαι στοιχεία που σου παρέχει ο κόσμος και να τα επαναποδίδεις στον κόσμο ως οικεία σου, ως αντικείμενα με τα οποία μπορεί να εξοικειωθεί και το κοινό σου. «Έργο τέχνης=Το τέλος του ξένου κόσμου», έδινε τον ορισμό του σε μια συνέντευξη του 2010 στην Άρτεμη Καρδουλάκη, για το περιοδικό «Τα Νέα της Τέχνης».

Αλλά η οικειότητα του καλλιτέχνη δεν είναι καθησυχαστική ρουτίνα, κάθε άλλο. Τα υλικά του έχουν να κάνουν με το τραύμα που κουβαλάνε, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, σχεδόν όλοι οι άνθρωποι (εξαιρούνται οι ηλίθιοι και οι απολίτιστοι). Ο νεκρός του Τζόυς και τα μυστικά που βυθίζουν ακόμα περισσότερο στην εποδοχή του τραύματος όταν αποκαλύπτονται, αυτό θα μπορούσε να είναι το υλικό της τέχνης του. Αλλά δεν θα μπορούσε να το εκφράσει αν δεν συναντούσε, στο Όρεγκον όπου σπούδασε, την τρέλα, τον εγκλεισμό, την πειθαρχία ενός «λογικού» που προσπαθούσε να πλησιάσει και να ψυχαγωγήσει «διαταραγμένους». Μια ταινία, η σπουδή του στον Γκόγια και μερικές ακόμα δημιουργικές εκλάμψεις τον οδήγησαν εθελοντή διασκεδαστή εγκλείστων στο ψυχιατρείο του Σάλεμ. «Οι περισσότεροι ασθενείς στους θαλάμους υψίστης ασφαλείας είχαν φτάσει το κράτημά τους από τη ζωή και από τη φωνή τους, την εσωτερική και εξωτερική, στα άκρα. Εγώ όφειλα να φτιάχνω ένα συλλογικό κράτημα από τις κομμένες φωνές τους, αυτή ήταν η δουλειά μου ως διασκεδαστή», εξομολογείται στην ίδια συνέντευξη. Έτσι άλλαξε η ζωή του: «Εμπιστεύτηκα την διαίσθησή μου», προσθέτει, «και τράφηκα από τις επικοινωνίες που δυνάμωσαν την ψυχή μου, όπως λέμε πως ορισμένα μωρά γλείφουν τα ντουβάρια για να πάρουν το ασβέστιο που τους λείπει».

Μπορεί χωρίς τη συνειδητοποίηση, ίσως και τη βίωση των ορίων, να κατανοήσει το δράμα οποιοσδήποτε καλλιτέχνης σέβεται τη δουλειά του; Μπορεί ένας ψυχοθεραπευτής να κατανοήσει τους τραυματισμένους ανθρώπους με τις ζωές των ανθρώπων με τις οποίες θα δέσει τη δική του; Όπως και ο Λάππας, έτσι και ο Θανάσης Τζαβάρας ήταν άνθρωπος που μπορούσε να κατανοήσει την ακρότητα επειδή και ο ίδιος πήγε τον εαυτό του στα άκρα. Η φθορά, η συνειδητοποίησή της, αυτή ήταν που τον βοήθησε να συμφιλιωθεί με το τραύμα και να ξεκινήσει μια ακόμα πιο επώδυνη διαδρομή (που χάρη στο προσωπικό του στυλ την έκανε χαρίεσσα), τη συμφιλίωσή του με το θάνατο. Στο βιβλίο του «Ταξίδι από τα Κύθηρα» περιγράφει ένα ακραίο ταξίδι αυτοσυνειδησίας, όταν από τα Κύθηρα, έπειτα από μια πολύ σοβαρή περιπέτεια υγείας, βρέθηκε πέντε βδομάδες σε κώμα στην Εντατική ενός αθηναϊκού νοσοκομείου ενώ, κατόπιν, όταν συνήλθε, έζησε ένα τρομακτικό μέχρι να εξοικειωθεί μαζί του παιχνίδι με τα φαντάσματά του και τις ψευδαισθήσεις του, με την ψευδή συνείδηση την οποία απέκτησε λόγω της απώλειας των αισθήσεων και της ανάγκης, όταν τη σκαπούλαρε, για επανένταξη στη ζωή.

Τι του άφησε εκείνη η εμπειρία; Τη βεβαιότητα ότι η φθαρτότητα πολεμιέται με την παράδοση στη ζωή και στις προκλήσεις της, στις ατιθάσευτες προκλήσεις, μακριά από τις συμβάσεις που μπορούν να υποφέρουν σιωπηλά ακόμα και τα τραύματα. Και την πεποίθηση ότι το νόημα συμπυκνώνεται σε έναν στίχο: «All we need is love».

Κάπως έτσι, με δημιουργικό πάθος και ακραία αισθήματα μπορούμε να κερδίσουμε τη ζωή μας. Έτσι την κέρδισε ο Γιώργος Λάππας, έτσι την κέρδισε κι ο Θανάσης Τζαβάρας. Λυπάμαι που χάθηκαν, αλλά ξέρω ότι το γλέντησαν – γι’ αυτό και δεν τους θρηνώ.

ΥΓ. Το παραπάνω κείμενο, προφανώς, είναι ένα πολιτικό κείμενο. Διότι πολιτική είναι η διεκδίκηση της ζωής και των αποχρώσεων που της δίνουν νόημα, όχι αναγκαστικά οι τακτικισμοί του Τσίπρα, η μπρουταλιτέ του Καμμένου, η υποκρισία του Σπίρτζη, τα δικολαβίστικα του Κατρούγκαλου…

Athina984.gr

Κυριακή 6 Δεκεμβρίου 2015

ΑΝΤΙΟ ΠΑΤΡΙΔΑ........



ΑΝΤΙΟ ΠΑΤΡΙΔΑ........
Της KaPaworld


 
Μπήκα στο χώρο συνάντησης κι ήταν καθισμένη διστακτικά σε μια καρέκλα. Σήκωσε το κεφάλι της και κοιταχτήκαμε. Τα μάτια της μεγάλα, μαύρα κι υγρά. Τα μαλλιά κατάμαυρα και η εικόνα της τόσο υπέροχα εξωτική στα δικά μου μάτια. Ανατολίτισσα, πανέμορφη και τόσο μα τόσο ντροπαλή, με μια γοητευτική φυσική ευγένεια....Έδωσα το χέρι πρώτα στη μαμά της που καθόταν δίπλα της και μετά στην ίδια.… Δεν μιλά την γλώσσα μου, δεν μιλώ τη γλώσσα της και αποφασίσαμε να συνεννοούμαστε στα αγγλικά.

Την ρώτησα πώς είναι και τα μεγάλα αμυγδαλωτά της μάτια γέμισαν δάκρυα! Δεκάξι χρονών, ζει στην χώρα μας ένα μήνα και δέκα μέρες ακριβώς. Έμεινα σιωπηλή κι ήταν σαν έναν μικρό ποτάμι να άρχισε να κυλά δίπλα μου…
Μου είπε για τις βόμβες, που έπεφταν παντού, για τις σφαίρες που σφύριζαν πάνω από τα κεφάλια τους. Για το ότι σαν έφευγε για το σχολείο, δεν ήξερε αν θα γύριζε σπίτι της κι αν θα ξανάβλεπε τους γονείς της. Για τους φίλους της που έχουν σκοτωθεί. Για την βόμβα που έπεσε στο δρόμο και έσπασε την τζαμαρία πίσω της. Για τα τζάμια που χαράκωσαν την πλάτη της – σηκώθηκε αργά και σήκωσε την μπλούζα για να δω τα σημάδια της.

Μου είπε για το μικρό δεκάχρονο αγόρι που το αίμα έτρεχε από το λαιμό του σαν ποτάμι και ο νοσοκόμος της ζήτησε να πιέζει με τα δάχτυλα της την πληγή για να μην φεύγει το αίμα.
Μου είπε πώς είναι τα μάτια ενός ανθρώπου την ώρα που στραγγίζει από μέσα του η ζωή, σαν εκείνο το αγόρι που την κοίταζε στα μάτια και τα δάχτυλα της πίεζαν την πληγή στο λαιμό του την ώρα που πέθαινε, εκεί στη μέση του δρόμου, στο μικρό υπαίθριο καφέ που είχε καθίσει, με το φρέσκο χυμό ακόμη στο χέρι της.
Μου είπε για το ότι είδε αποκεφαλισμούς ανθρώπων και μικρά παιδιά να πέφτουν στον δρόμο πυροβολημένα από ελεύθερους σκοπευτές.
Μου έδειχνε με τα χέρια της πώς πετούσαν οι άνθρωποι διαμελισμένοι από βόμβες που έσκαγαν στην αγορά και με το στόμα της έκανε τον θόρυβο και τη βοή του πανικού, λίγο πριν την ανατίναξη.
Μου μίλησε για τις αρπαγές κοριτσιών από τους στρατιώτες και για τον φόβο των γονιών της μην συμβεί το ίδιο και σε εκείνη.

Μου είπε για την απόφαση να φύγουν, για την ημέρα του αποχαιρετισμού,για τα δάκρυα και τα γέλια και την χαμένη ελπίδα, πως θα ξαναδεί το σπίτι της,την αυλή της,το δωμάτιο της. Το ροζ εφηβικό της δωμάτιο, που μου περιέγραψε με κάθε λεπτομέρεια.
Μου μίλησε για τον υποχρεωτικό αποχωρισμό από τον μπαμπά που έπρεπε να μείνει πίσω. Για το μικρό σακίδιο που έπρεπε εκεί να χωρέσει όλη την παλιά ζωή της κι εκείνη επέλεξε να πάρει ζωγραφιές κι ευχές φίλων της,παρά ρούχα ή κάτι πιο χρήσιμο.
Μου μίλησε για το ταξίδι στην Τουρκία,το περπάτημα μέσα από τα βουνά, το κρύο,την κούραση, τη σιωπή και την πείνα.

Μου είπε για το ταξίδι με τη βάρκα. Τη θάλασσα άγρια, πως κουνούσε και ζαλιζόταν, πως φοβόταν.
Μου μίλησε για το πώς έφτασαν στην Κω και πώς πέρασαν εκεί δύο δύσκολες μέρες σε απόλυτη εξαθλίωση και πείνα,μα πως όλοι ήταν καλοί μαζί τους…
Κι ύστερα Αθήνα κι ύστερα… Θεσσαλονίκη κι ύστερα…εκεί απέναντι μου να μου μιλά για τη φρίκη της. Τα μάτια της έτρεχαν ποτάμι, κανένας λυγμός, κανένας ήχος, μόνο δάκρυα.
Ένα παιδί που είχε ζήσει την κόλαση κι είχε επιβιώσει…
Ήθελα να βρω τα σωστά λόγια μα δεν υπήρχαν… Με κοίταξε ίσια στα μάτια και μου είπε πως πριν τον πόλεμο η Συρία ήταν η πιο όμορφη χώρα στον κόσμο. Πως ήξερε πως δεν θα την ξαναδεί και πως θα την αγαπούσε για πάντα…

Την ρώτησα τι θυμόταν από την χώρα της πριν από τον πόλεμο…
«Τίποτε». Μου απάντησε «Ήμουν τόσο μικρή όταν άρχισε ο πόλεμος, που δεν θυμάμαι πως ήταν πιο πριν». «Τότε πώς ξέρεις πως ήταν όμορφη;»Τη ρωτάω.
Ακούμπησε το ντελικάτο σχεδόν γυναικείο χέρι της στο στήθος της και κλείνοντας τα μάτια ψιθύρισε, «Το ξέρω γιατί όταν τη θυμάμαι πονάει η καρδιά μου»…

Αντίο Πατρίδα....