Σάββατο 25 Δεκεμβρίου 2021

Του Χθες οι Βαλίτσες


              Μεγαλώνω κρυφά το μωρό της στερνής ζωντανής μου αυταπάτης..

Φερνάντο Πεσσόα - «Έχουμε όλοι δυο ζωές»


 

«Έχουμε όλοι δυο ζωές:

Την πραγματική, αυτή που ονειρευόμαστε

Στην παιδική μας ηλικία, αυτή

Που συνεχίζουμε να ονειρευόμαστε, μεγάλοι,

Στο βάθος της ομίχλης

Και την ψεύτικη, αυτή που ζούμε

Στις συναλλαγές μας με τους άλλους.

Που είναι η πρακτική, η χρήσιμη,

Αυτή που την τελειώνουμε στο φέρετρο.

Στην άλλη δεν υπάρχουν φέρετρα, θάνατοι,

Μόνο εικόνες των παιδικών μας χρόνων:

Μεγάλα βιβλία χρωματιστά, για να δεις κι όχι για να διαβάσεις

Μεγάλες σελίδες χρωματιστές, για να θυμάσαι αργότερα.

Στην άλλη είμαστε εμείς,

Στην άλλη ζούμε.

Σ’ αυτή πεθαίνουμε, και ζωή σημαίνει αυτό ακριβώς.

Αυτή τη στιγμή, λόγω αηδίας, ζω στην άλλη…»

 

Δακτυλογραφία, απόσπασμα, μετάφραση Γιάννης Σουλιώτης, εκδόσεις Printa

 

Ευχές για χαρούμενες γιορτές!!! 

 

Παρασκευή 24 Δεκεμβρίου 2021

Να γράφεις να τηλεφωνείς...


 

Είναι κάποιοι άνθρωποι που στις ευχές στέκουν σιωπηλά αμήχανοι και δεν ξέρουν τι ν' απαντήσουν


 

Είναι κάποιοι άνθρωποι που στις ευχές στέκουν σιωπηλά αμήχανοι και δεν ξέρουν τι ν' απαντήσουν. Δεν είναι που δεν πιστεύουν στα θαύματα. Είναι που ζουν δυο ζωές. Μία εδώ και την άλλη την αληθινή, μέσα τους. Και δε θέλουν αυτήν την άλλη, την αληθινή, να τη δείξουν. Την είχαν αυτήν την ιδιοτροπία από παιδιά. Είναι αυτά τα παιδιά που τα βλέπεις στις φωτογραφίες να σκυθρωπιάζουν. Ειδικά όταν αυτές είναι τραβηγμένες σε τραπέζι γιορτινό. Μην τους ξεσυνερίζεστε 🙃
 
( Η ευχή μου χαραγμένη στην άμμο πέρυσι τέτοια μέρα στη θάλασσα)
 

Κ.Τσάτσος: το πρώτο μάθημά μου για την αρχοντιά


 

Θα ‘μουνα δέκα χρονών. Το καλοκαίρι, όταν τέλειωνα το σχολείο κατέβαινα στο ισόγειο δικηγορικό γραφείο του πατέρα μου, όπου και με έβαζαν να αντιγράφω δικόγραφα. Για τις τέσσερις σελίδες χωρίς περιθώριο, πληρωνόμουν μια δραχμή.

Καθισμένος σ’ ένα από τα γραφεία των βοηθών χάζευα πού και πού τους πελάτες, κάθε λογής, πού μπαινόβγαιναν.

Ένα πρωινό ήρθε ένας λεβεντόγερος με κάτασπρη φουστανέλλα. Οι φουστανελλάδες ακόμη τότε δεν ήταν σπάνιο φαινόμενο. Είδα τους βοηθούς δικηγόρους να σηκώνονται και να του κάνουν μιαν ιδιαίτερα θερμή υποδοχή.

Ο πρώτος βοηθός που φαίνεται να τον γνώριζε καλά, έπιασε κουβέντα μαζί του. Και μια στιγμή τον ρωτάει: «Και τώρα, μπάρμπα Μήτρο, πόσων χρόνων είσαι;» Και ο μπάρμπα Μήτρος, με τ’ όνομα Δημήτριος Μαλαμούλης που είχε εν τω μεταξύ στρογγυλοκαθίσει, του απαντάει μονολεκτικά… «Δύο». Δηλαδή εκατόν δύο. Από τα εκατό είχε αρχίσει νέα αρίθμηση.

Βγήκε εν τω μεταξύ ο πατέρας μου. Τον οδήγησε στο μέσα γραφείο τα είπανε με αυτόν και το γιο του, ένα λεβέντη εβδομηνταπεντάρη, και όταν βγήκαν στο δωμάτιο που βρισκόμουν και εγώ, πρώτα με σύστησε και ύστερα μου ανήγγειλε ότι θα πάμε την Κυριακή να επισκεφθούμε τον Μαλαμούλη στο χειμαδιό του, κάπου στον Ωρωπό.

KonstantinosTsatsos2

Από κουβέντα δεν έπαιρνε ο μπάρμπα Μήτρος. Λίγα λόγια, μετρημένα, βαριά. Τους βοηθούς τού πατέρα μου κι εμένα είχα το αίσθημα ότι μας έβλεπε σαν μικρό κοπάδι αρνάκια. Μικρό, διότι ό Μαλαμούλης είχε απάνω από 3000 αρνιά και κατσίκια, στα Άγραφα το καλοκαίρι και τον χειμώνα στα ορεινά της Αττικής.

Την Κυριακή, όταν φθάναμε στον τόπο όπου είχε στήσει τα τσαντήρια του, των παιδιών, των εγγονών και των δισεγγόνων του, ρίχτηκαν οι καθιερωμένες μπαταριές και μετά μαζευτήκαμε στο μεγάλο τσαντήρι του Γέρου. Είχα μαζί μου, νέο εικοσάχρονο, τον δάσκαλό μου Basset, αυτόν που έκανα πρόσωπο στους «Διαλόγους σε μοναστήρι». Αυτός που δεν χόρταινε να θαυμάζει.


Σε λίγο σταύρωσε ο Γέρος το πρώτο ψωμί. Και οι γυναίκες, αμίλητες και φασαρεμένες μοίραζαν τα κοψίδια, αρνάκι, κατσικάκι, όλα τα αγαθά. Θυμάμαι ακόμη τις βεδούρες τα γιαούρτια. Ο γέρο Μαλαμούλης, στη μέση καθισμένος σταυροπόδι, μέσ’ στις άσπρες βελέντζες, τα επόπτευε όλα και έδινε στις γυναίκες και στους παραγιούς προσταγές.

Όταν λίγο μεγαλύτερος διάβασα «Οδύσσεια» τον γέρο Μαλαμούλη τον ταύτιζα μέσ’ στη φαντασία μου με τον Νέστορα, όταν δέχονταν τον Τηλέμαχο.

Καθώς ήμουν καθισμένος πλάι στον πατέρα μου τον ρώτησα ψιθυριστά: «Qu’est-il ce vieux;». «C’est un grand seigneur» μου απαντάει o πατέρας μου και αυτός ψιθυριστά. Και γυρίζοντας αργότερα το λόγο στα ελληνικά: «Να καταλάβεις τι είναι αρχοντιά».

Ήταν το πρώτο μάθημά μου για το μέγα τούτο ηθικό αγαθό: την αρχοντιά.

Αργότερα, μεγάλος σ’ ένα πελοποννησιακό χωριό, γνώρισα έναν άλλο πιο νέο, σχεδόν μεσόκοπο, χωρικό. Στο πρόσωπό του ξανασυνάντησα αυτό που είχα γνωρίσει παιδί στο πρόσωπο του Μαλαμούλη: την αρχοντιά. Το σταύρωμα του καρβελιού από αυτόν ήταν μια ιεροπραξία.

Η αρχοντιά δεν είναι συνώνυμο με την αριστοκρατικότητα, δεν σημαίνει καμιά ταξική διαφορά ή μια διαφορά πλούτου. Αλλά δεν είναι και ένα ηθικό απλώς γνώρισμα. Είναι μια σύνθεση υπερηφάνιας, ευπρέπειας, αυτοπεποίθησης, μεγαλοψυχίας. Άρχοντες βρίσκεις εγκατεσπαρμένους σε όλα τα είδη ανθρώπων. Ο άρχοντας δεν γίνεται ποτέ μάζα, σε όποια τάξη και αν ανήκει, μένει πάντα πρόσωπο. Δεν μπορώ — ίσως αδυναμία μου — με μια φράση να την ορίσω την αρχοντιά. Αλλά όταν συναντώ κάποιον που έχει αυτό το σύμπλεγμα των αρετών που την απαρτίζουν, τότε την αναγνωρίζω. Λέω μέσα μου: Αυτός είναι άρχοντας. Ανήκει σε ααυτή την εκλεκτή κατηγορία ανθρώπων.

Έχομε άρχοντες κατά την νομικήν έννοια, που δεν έχουν αρχοντιά. Έχομε όμως χειρώνακτες που έχουν αρχοντιά.

Κωνσταντίνος Τσάτσος (1899-1987)

Από το Αντικλείδι

Τετάρτη 22 Δεκεμβρίου 2021

ΑΝ ΗΞΕΡΑ ΝΑ ΣΟΥ ΠΩ

 

Ο χρόνος δε θα δείξει τίποτα, αλλά αυτό σ’ το είπα,
ο χρόνος γνωρίζει μόνο το τίμημα που πρέπει να πληρώσουμε.
Αν μπορούσα να σου πω, αν ήξερα, θα σ’ το έλεγα.
Αν είναι να κλάψουμε όταν οι κλόουν κάνουν παράσταση,
αν είναι να σκουντουφλάμε όταν παίζουν οι μουσικοί,
ο χρόνος θα το δείξει, αλλά κι αυτό σ’ το είπα.
Δεν έχω να σου πω κάτι περισπούδαστο, αν και
καθώς σ’ αγαπώ περισσότερο απ’ όσο μπορώ να πω,
αν μπορούσα να σου πω τι θα γίνει, θα σ’ το έλεγα.
Όταν φυσούν οι άνεμοι, έρχονται από κάπου
και σίγουρα υπάρχει λόγος που τα φύλλα μαραίνονται.
Ο χρόνος θα δείξει ή δε θα δείξει, αλλά κι αυτό σ’ το είπα.
Ίσως τα τριαντάφυλλα να θέλουν στ’ αλήθεια ν’ ανθίσουν
και το όνειρο να θέλει στα σοβαρά να μείνει μαζί μας.
Κι αν ήξερα τι να πω, θα σ’ το έλεγα.
Φαντάσου να έφευγαν όλα τα λιοντάρια,
να στέρευαν τα ποτάμια, να το έσκαγαν οι φαντάροι.
Ο χρόνος θα έλεγε: σας το είπα ότι θα γίνει.
Κι εγώ, αν ήξερα, θα σ’ το έλεγα.


W.H.AUDEN /// μτφρ: Belica-Antonia Kubareli
( περιοδικό  Διάστιχο)

ΣΙΩΠΗ

 Εγώ που μεγάλωσα μέσα σ’ ένα δέντρο
επ’ αυτού και τί δεν θά ’χα να πω,
πλην όμως έχω μάθει τόσο καλά τη σιωπή,
που προτιμώ ως προς αυτό να μη μιλήσω·
την μάθαινα δε καλύτερα όσο μεγάλωνα
και χαιρόμουν χαρά μεγάλη που μεγάλωνε,
δεν είχα πια άλλο πάθος πέρα απ’ την ουσία,
δεν έμενε πια άλλη πράξη πέρα απ’ την αθωότητα.
Μέσα μου ο χρόνος ολόχρυσος μονίμως
να περιμένει να τον καλέσουν στην κορυφή
για να γίνει επί τέλους πορτοκάλι

 

 Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

 απο την ιστοσελίδα Αλωνάκι της Ποίησης του Γ.Κεντρωτή

 

«Πριν το τέλος»


 

Τρίτη 21 Δεκεμβρίου 2021

Ραδιο αρβύλα

                                    Τι να πει κανείς με αυτόν το Παναγιωτόπουλο? Μπόχα..



Το να παρακολουθείς όμως αυτή την εκπομπή, να αφήνεσαι να σε πατάει αυτή η αρβύλα τους, με τα στα όρια, κρύα, αστεία τους...

Τι να πει κανείς και για αυτό??? 


Είμαστε άξιοι της τηλεόρασης που εμείς παρακολουθούμε..

 


Να ξαναφτιάξουμε το δημόσιο σύστημα υγείας

 


Κρυβόμαστε πίσω από το δάχτυλό μας. Μία μελέτη μάς είπε με στοιχεία αυτό που ξέραμε όλοι: ότι οι ΜΕΘ στα περισσότερα περιφερειακά νοσοκομεία δεν είναι στο ίδιο επίπεδο με αυτές των νοσοκομείων της Αττικής και 1-2 μεγάλων πόλεων. Μυστικό δεν ήταν, αλλά επειδή σε κανέναν δεν αρέσουν τα άσχημα νέα, ούτε και το «σπάσιμο αυγών», προτιμούσαμε να βάλουμε και αυτό το ζήτημα κάτω από το χαλί.

Τους πρώτους μήνες της πανδημίας έγινε ένα λάθος. Κυβερνητικοί παράγοντες διαφήμιζαν τη ραγδαία αύξηση των κλινών ΜΕΘ. Ιδρύματα και ιδιώτες ανταποκρίθηκαν στην πρόκληση και προχώρησαν σε πολύ σημαντικές δωρεές. Ακούγαμε κάθε εβδομάδα ότι έχουμε 400, 500, 700 κλίνες ΜΕΘ. Πόσο πραγματική ήταν αυτή η εικόνα; Οι ειδικοί γνωρίζουν ότι είναι άλλο πράγμα να παραλάβεις πέντε ή δέκα κρεβάτια με τις απαραίτητες συσκευές και άλλο να στήσεις μια ΜΕΘ. Για να γίνει αυτό χρειάζονται πειθαρχία, καθοδήγηση, επαγγελματισμός, μάνατζμεντ. Και βέβαια, χρόνος και το απαραίτητο προσωπικό. Η χώρα είχε μείνει χωρίς βασικές ειδικότητες, όπως οι αναισθησιολόγοι. Χρόνος δεν υπήρχε, γιατί η πανδημία δεν περίμενε.

Βασική προϋπόθεση, να φύγουν τα κόμματα από τις διοικήσεις των νοσοκομείων και οι βουλευτές από τη λήψη αποφάσεων για το πού πρέπει να υπάρχει ΜΕΘ.

Μάνατζμεντ επίσης δεν υπήρχε, γιατί οι διοικητές σπανίως επιλέγονταν με βάση τις γνώσεις τους σε διαχείριση ενός νοσοκομείου. Μόλις, επιπλέον, άρχισε η συζήτηση για το πού θα δημιουργηθούν ΜΕΘ, έπεσαν και οι βουλευτές διεκδικώντας μία ΜΕΘ για κάθε κωμόπολη. Ετσι φτάσαμε σε τραγελαφικά αποτελέσματα. Ενας διοικητής να θεωρεί ότι φτιάχνει εντατική βάζοντας δύο κρεβάτια σκόρπια σε κάθε όροφο, το προσωπικό καθαρισμού να μην έχει καμία εκπαίδευση στο τι σημαίνει αποστειρώνω μία ΜΕΘ, τα ιδρύματα να ανακαλύπτουν με τρόμο ότι οι διοικήσεις τούς είχαν δώσει λάθος προδιαγραφές. Η Ελλάδα προχώρησε πολύ στην πολιτική προστασία ή στο σύστημα των εμβολιασμών. Δεν έγινε, όμως, Δανία στον τομέα της δημόσιας υγείας.

Η μάχη του ΕΣΥ με την πανδημία ήταν άνιση από την αρχή. Οι παθογένειες είχαν συσσωρευθεί επί δεκαετίες. Ολοι γνώριζαν, π.χ., πως η Ελλάδα είναι πολύ ψηλά στην κατάταξη των χωρών με πρόβλημα ενδονοσοκομειακών λοιμώξεων. Οι πολιτικοί που χειρίστηκαν τα θέματα υγείας ξεκινούσαν να εξορθολογίσουν το δίκτυο των περιφερειακών νοσοκομείων, αλλά έπεφταν πάνω στο καταραμένο πολιτικό κόστος.

Εχουμε μία υποχρέωση και μία ευκαιρία, όσο τραγικό και αν ακούγεται, να ξαναφτιάξουμε το δημόσιο σύστημα υγείας. Βασική προϋπόθεση, να φύγουν τα κόμματα από τις διοικήσεις και οι βουλευτές από τη λήψη αποφάσεων για το πού πρέπει να υπάρχει ΜΕΘ ή και νοσοκομείο. Το αντέχει όμως αυτό μια, οποιαδήποτε, κυβέρνηση; Το αντέχει το πολιτικό μας σύστημα και εμείς όλοι;

Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

Στα μέρη μας οι ομοϊδεάτες της «Forza Nuova» ακούν και στο όνομα «Θεματοφύλακες του Συντάγματος». Με σήμα τον ατυχή δικέφαλο.

 

Η Ακροδεξιά και οι αντιπανδημίτες

Στα δύο χρόνια της πανδημίας είδαμε και πάθαμε πολλά. Και συνεχίζουμε να παθαίνουμε. Δίχως να ξέρουμε, ή να μπορούμε έστω να φανταστούμε, πόσες μεταλλάξεις ακόμα θα δανειστούν όνομα από το ελληνικό αλφάβητο, και πόσα κύματα περιμένουν να συντρίψουν την αναγκαία μεν πλην βιαστική και αβάσιμη αισιοδοξία μας. Βιασύνη που πιστοποιεί ότι το πάθος δεν γίνεται πάντα μάθος, παρά τη διδαχή του Αισχύλου, που ενστερνίστηκε στην περίπτωση αυτή τον κοινό λόγο. Θαρρείς και κάθε κύμα σβήνει πάνω στην άμμο της μνήμης μας όσα δεινά χάραξαν τα προηγούμενά του, και μαζί τους όλες τις διαβεβαιώσεις και παραινέσεις. Ακόμα και το απόλυτο δεινό, οι περίπου είκοσι χιλιάδες θάνατοι από την κόβιντ (τέσσερις Κυπαρισσίες ή δύο Σητείες ή περίπου μία Αρτα), μοιάζει να διαγράφεται ή να απορροφάται πολύ πιο εύκολα απ’ ό,τι να ορίζει το μακάβριο μέγεθός του. Διότι έτσι επιβάλλει η επιχείρηση «σώστε τα Χριστούγεννα».  

Φαίνεται επίσης ότι η τεράστια απώλεια ψυχών δεν αλλάζει τα μυαλά μας, όσον αφορά τα κρίσιμα: την ανάγκη να εμβολιαστούμε, τώρα, όχι αύριο-μεθαύριο, γιατί μπορεί να μην υπάρξει καν αυτό το αύριο-μεθαύριο. Και την ανάγκη να ενισχυθεί το ΕΣΥ. Επίσης τώρα και όχι αύριο-μεθαύριο, διότι αυτό το αύριο-μεθαύριο, έτσι όπως πορευόμαστε, σίγουροι ότι «πετύχαμε στο μέτωπο της πανδημίας όπως πετύχαμε και στο μέτωπο των καλοκαιρινών πυρκαγιών», δεν μας εμπεριέχει όλους. Δεν είναι όμως μοιραίο να πεθαίνουν οι άνθρωποι, να μην πολεμούν έστω για τις τελευταίες τους ελπίδες, επειδή δεν υπάρχει γι’ αυτούς κλίνη σε ΜΕΘ. Και δεν είναι τιμή για καμία πολιτεία να επιχειρεί να γεμίσει τα συνειδησιακά της κενά με χονδροειδώς αντιεπιστημονικά δόγματα του είδους «είτε εντός ΜΕΘ είτε εκτός, το ίδιο είναι». Κάποια στιγμή πρέπει να τηρήσουμε ενός λεπτού σιγή για τους ανθρώπους μας που χάνονται λόγω της κόβιντ. Ενός πενταλέπτου ίσως. Μήπως ξανασκεφτούμε, τίμια όμως, τι πράξαμε και τι δεν πράξαμε, πού λαθέψαμε και ποια λάθη μας τα κάναμε ιδεολογία χειραγωγώντας αριθμούς και ποσοστά, αντί να τα διορθώσουμε.

Η αντιποίηση αρχής, ή μάλλον η αντιποίηση ειδημοσύνης, είναι ένα από τα λάθη, ένα από προβλήματα που επιδείνωσε η προέλαση του ιού. Ολοι κρύβουμε έναν γιατρό μέσα μας, όπως και έναν συνταγματολόγο, γλωσσολόγο, σεισμολόγο, αστρολόγο, πολιτειολόγο, συγκοινωνιολόγο. Η διαφορά όμως είναι κρίσιμη. Οι γλωσσολογικές μας ανοησίες, λ.χ. η πεποίθηση ότι η ελληνική είναι η γλώσσα που γέννησε όλες τις άλλες, συμπεριλαμβανομένης της γλώσσας που μιλούν στον Σείριο οι Ελληνοσείριοι μάγοι, ή ότι έχει τέσσερα ή πέντε, μπορεί και έξι εκατομμύρια λέξεις, δεν απειλεί τη ζωή κανενός· απειλεί μόνο την πνευματική υγεία όσων πιστεύουν τους κήρυκες τέτοιων βλακωδών επινοημάτων. Αντίθετα, ο σφετερισμός της ιδιότητας του γιατρού, η οποία προϋποθέτει πολύχρονες σπουδές, ή μάλλον σπουδές που δεν τελειώνουν ποτέ, είναι άκρως επικίνδυνος. Ιδίως αν ο σφετεριστής είναι πολιτικός, που αποφασίζει, επιβάλλει μέτρα και πρωτόκολλα, διαβαθμίζει ανάγκες και προτεραιότητες, και απλώς ισχυρίζεται ότι υιοθετεί τις προτάσεις των ειδικών. Ενώ στην πραγματικότητα αδιαφορεί για τις επιφυλάξεις και τους φόβους τους, εμπιστευόμενος την πανεπιστημοσύνη που πιστεύει ότι του προσπορίζει η εξουσία του. Ή αν είναι κάποιος «διάσημος», που υψώνει το λάβαρο του αντάρτικου κατά της μάσκας, του εμβολίου, των μέτρων γενικώς, για να ταΐσει το συνωμοσιολογικό πάθος του φανατικού κοινού του. Και επειδή «αυτός ξέρει κάτι παραπάνω, είναι στα μέσα», πείθει τους αφελέστερους εκ των θαυμαστών του να «επαναστατήσουν» – και να κινδυνέψουν πολύ περισσότερο απ’ ό,τι τα «κορόιδα» που εμβολιάζονται.

Τέτοιοι ανταρτοπανδημίτες έχουν εμφανιστεί πολλοί στη διετία του κορωνοϊού. Δεν πρόκειται για μία επιπλέον «ελληνική ιδιαιτερότητα». Αρνητές υπάρχουν παντού. Είτε της μάσκας και της φρόνιμης κοινωνικής απόστασης, είτε του εμβολίου, είτε της ύπαρξης του ιού. Δεν είναι, πάντως, ίδιοι σε όλα όσοι διαμαρτύρονται. Οι σκεπτικιστές, όσοι προβάλλουν κάποιους στοιχειωδώς έλλογους ισχυρισμούς, στους οποίους οφείλουν να απαντούν έγκαιρα και με πληρότητα οι πολιτείες, η κοινότητα των επιστημόνων και οι διεθνείς οργανισμοί, είναι πιθανό να πειστούν. Αντίθετα, οι «ιδεολόγοι της άρνησης», όσοι θεωρητικοποιούν τη ροπή τους στα εύπεπτα συνωμοσιολογικά σενάρια, όσοι καθοδηγούνται από φονταμενταλιστές «πνευματικούς» χαμηλότατης στάθμης πλην υψηλής ανευθυνότητας, καθώς και όσοι εκμεταλλεύονται τον φανατισμό των αρνητών για να τον στρέψουν στη δική τους κοίτη, εμφανώς ακροδεξιά, δεν πρόκειται να πειστούν ποτέ. Ούτε για το εμβόλιο ούτε για το ότι εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι σε όλον τον κόσμο δεν πεθαίνουν μόνο και μόνο επειδή έτσι έδοξε τω Μπιλ Γκέιτς.

Κάθε χώρα έχει τους δικούς της γκουρού, τους δικούς της ηγήτορες, που αντιστοιχούν στα εθνικά χαρακτηριστικά της. Είναι όμως ήδη φανερά ορισμένα κοινά γνωρίσματα: η θρησκοληψία μεγάλης μερίδας των φωνασκούντων (ιδιαίτερα στην Ελλάδα, στα υπόλοιπα Βαλκάνια και σε χώρες της ανατολικής Ευρώπης, όπου, δυστυχώς, ποιμένες της Ορθοδοξίας ρισκάρουν την ίδια τη ζωή του ποιμνίου τους, για να ζυγίσουν τάχα την πίστη του), ο ακραίος εθνικισμός τους (εν ονόματι μιας αντιπαγκοσμιοποίησης που μόνο από δαιμονολογία κατέχει), ο βαθύς ανορθολογισμός τους και το απαραίτητο μίσος για τους Εβραίους: «Είναι τυχαίο», λένε, οι παντογνώστες στα ουκ ολίγα διαδικτυακά «μετερίζια» τους, «το ότι αν διαβάσουμε τη λέξη covid ανάποδα, όπως οι Εβραίοι δηλαδή, προκύπτει η λέξη divoc;» Τι σημαίνει το επίφοβο και κατηραμένο «divoc»; Α, εδώ τα πράγματα σοβαρεύουν. Διότι οι μεν γλωσσομυστικιστές επιμένουν ότι σημαίνει «διχασμός», οι δε γλωσσοαλχημιστές διατείνονται ότι σημαίνει «κατοχή από ένα κακό πνεύμα», παναπεί ένα dybbuk.

«Η Ακροδεξιά βρίσκει ζωτικό χώρο στους αντιεμβολιαστές» τιτλοφορούνταν ένα ρεπορτάζ του Reuters, αναδημοσιευμένο στην «Κ», στις 18 Οκτωβρίου, ο δε υπότιτλος δήλωνε την αφορμή του κειμένου: «Eπίθεση νεοφασιστών εναντίον του μεγαλύτερου συνδικάτου της Ιταλίας». Δέκα ημέρες πριν, οι νεοφασίστες της «Forza Nuova», χρησιμοποιώντας σαν δούρειο ίππο μια διαδήλωση κατά της «πράσινης κάρτας» (ένα πάσο των εμβολιασμένων), είχαν εισβάλει στο κτίριο της αριστερής Γενικής Συνομοσπονδίας Εργατών Ιταλίας (CGIL), της ισχυρότερης συνδικαλιστικής οργάνωσης της χώρας, και το είχαν λεηλατήσει. Εφτά ώρες κράτησαν οι οδομαχίες. Τα γεγονότα αυτά, συνέχιζε το ρεπορτάζ, «χτύπησαν τον συναγερμό και σε άλλες χώρες της Δύσης, καθώς ανέδειξαν μια πολύ ανησυχητική τάση διεθνούς εμβέλειας: τις συχνά επιτυχημένες προσπάθειες της Ακροδεξιάς, όπως και της λεγόμενης «εναλλακτικής Δεξιάς» (Alt-Right) τύπου Ντόναλντ Τραμπ και Στιβ Μπάνον, να βρουν ζωτικό χώρο στο νεφέλωμα των αρνητών του κορωνοϊού, της μάσκας και των εμβολίων». 

Στα μέρη μας οι ομοϊδεάτες της «Forza Nuova» ακούν και στο όνομα «Θεματοφύλακες του Συντάγματος». Με σήμα τον ατυχή δικέφαλο.

 Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

Δευτέρα 20 Δεκεμβρίου 2021

Καμύ: Η πτώση


Αφού πάλεψα, αφού εξάντλησα την αυθάδη περηφάνια μου, αποθαρρυμένος από την αχρηστία των προσπαθειών μου, αποφάσισα να εγκαταλείψω τη συναναστροφή των ανθρώπων.

Όχι, όχι, δεν έψαξα για ερημονήσι, δεν υπάρχουν πια.

Κατέφυγα μονάχα στις γυναίκες.

Το ξέρετε, δεν καταδικάζουν καμιά αδυναμία στην πραγματικότητα: θα προσπαθούσαν μάλλον να ταπεινώσουν ή να αφοπλίσουν τις δυνάμεις μας.

Γι' αυτό κι η γυναίκα είναι η ανταμοιβή όχι του πολεμιστή, αλλά του εγκληματία.

Είναι το λιμάνι του, το καταφύγιό του, στο κρεβάτι της γυναίκας τον πιάνουν κατά κανόνα.

Αυτή άραγε δεν είναι ό,τι μας απομένει απ' τον επίγειο παράδεισο;

Χαμένος, έτρεξα στο φυσικό μου λιμάνι.

Μα δεν έλεγα πια λόγια.

Έπαιζα ακόμα λιγάκι, από συνήθεια · έλειπε όμως η ευρηματικότητα.

Διστάζω να το ομολογήσω, από φόβο μην πω ξανά παχιά λόγια: νομίζω πως την εποχή εκείνη ένιωσα την ανάγκη ενός έρωτα.

Αισχρό, έτσι;

Όπως και να 'χει, ένιωθα έναν βουβό πόνο, ένα είδος στέρησης που μ' έκανε πιο άδειο και μου επέτρεπε, εν μέρει από ανάγκη και εν μέρει από περιέργεια, να αναλάβω κάποιες υποχρεώσεις.

Εφόσον είχα ανάγκη ν' αγαπήσω και να αγαπηθώ, πίστεψα πως ήμουν ερωτευμένος.

Έκανα, μ' άλλα λόγια, το βλάκα.

Έπιανα ξαφνικά τον εαυτό μου να κάνει συχνά μια ερώτηση που, ως έμπειρος άντρας, μέχρι τότε την απέφευγα πάντοτε.

Άκουγα τον εαυτό μου να με ρωτάει: "Μ' αγαπάς";

Ξέρετε ότι σε παρόμοιες περιπτώσεις είθισται να σου απαντάς: "Κι εσύ";

Αν έλεγα ναι, βρισκόμουν δεσμευμένος πέρα από τα πραγματικά μου αισθήματα.

Αν τολμούσα να πω όχι, κινδύνευα να μη μ' αγαπούν πια και υπέφερα.

Όσο λοιπόν το συναίσθημα όπου είχα ελπίσει να βρω ανάπαυση απειλούνταν, τόσο το απαιτούσα από τη σύντροφό μου.

Προχωρούσα έτσι, σε όλο και πιο ρητές υποσχέσεις και κατέληγα ν' απαιτώ απ' την καρδιά μου ένα συναίσθημα όλο και αχανέστερο.

 

Αλμπέρ Καμύ, Η πτώση Τίτλος πρωτοτύπου: Albert Camus, La chute, 1948
Μετάφραση: Ιωάννα Ευθυμιάδου 
Εκδόσεις «γράμματα»

Η πτώση......