Κυριακή, 15 Μαΐου 2016

Ξαναδιαβάζοντας τον Άγγελο Ελεφάντη σήμερα




fourtounis

Του Γιώργου Φουρτούνη

Η επανέκδοση ενός τόσο σημαντικού βιβλίου, όπως είναι το «Στον αστερισμό του λαϊκισμού», του Άγγελου Ελεφάντη, μοιάζει να νοηματοδοτείται από δύο φαινομενικά αντιθετικές θέσεις σχετικά με τη φύση και την ιστορικότητα των κειμένων. Από τη μια πλευρά, η επανέκδοση έχει μια ιστορική διάσταση, ειδικά όταν καθιστά εκ νέου διαθέσιμο ένα κάποτε καθοριστικό κείμενο. Το κείμενο εδώ αντιμετωπίζεται ως ντοκουμέντο, ως ίχνος μιας παρελθούσας συγκυρίας, η οποία καθόρισε το νόημά του. Η θέση εδώ, με άλλα λόγια, είναι μια θέση ιστορικότητας: το νόημα ενός κειμένου φέρει ανεξίτηλα τη σφραγίδα της συγκυρίας που το γέννησε. Και η συγκυρία, εν προκειμένω, ήταν η ηγεμονία του ΠΑΣΟΚ κατά την πρώτη περίοδο της μεταπολίτευσης, που το έφερε ορμητικά στην εξουσία, αλλά και καθόρισε τις συντεταγμένες της πολιτικής ζωής για πολύ περισσότερο, την έννοια της οποίας προσπαθεί να συγκροτήσει θεωρητικά ο Ελεφάντης συγκεφαλαιώνοντάς την με τον όρο λαϊκισμός.

Νέα ερωτήματα
Από την άλλη, ωστόσο, και αυτό το ξέρουμε πια αρκετά καλά, κανένα κείμενο δεν είναι περίκλειστο, δεν περιέχει και δεν περικλείει το νόημά του εσαεί. Το νόημα του κειμένου δεν είναι εξαντλητικά παρόν στο εσωτερικό του, αλλά διασπείρεται σε μια αλυσίδα παραπομπών, αναφορών και διαφορών, που βεβαίως εκτείνεται και στον ιστορικό χρόνο. Υπό το πρίσμα αυτής της δεύτερης θέσης, όταν επανεκδίδεται ένα βιβλίο, σε μια νέα πολιτική και θεωρητική συγκυρία, από μια σημαντική άποψη δεν είναι το ίδιο βιβλίο. Η πρωτοβουλία της επανέκδοσης (εδώ από τις Εκδόσεις Γκόνη) συνιστά πρόταση για αναπλαισίωση του κειμένου, για εκ νέου ανάγνωση, για αναδιάρθρωση των παλαιών διαχωριστικών γραμμών και συμμαχιών. Επερωτά την αρχειοθέτηση του κειμένου, ως οριστικά διαβασμένου και ερμηνευμένου. Σε αυτήν την πρόκληση καλούμαστε να απαντήσουμε, δοκιμάζοντας τις άλλοτε βεβαιότητές μας. Οι παλιές μας σημειώσεις ίσως να μην είναι επαρκείς πια.

Υπό αυτό το πρίσμα, το βιβλίο του Ελεφάντη θέτει σήμερα μια σειρά νέων ερωτημάτων -ή, αν θέλετε, το σήμερα θέτει στο βιβλίο τα δικά του, πρωτότυπα ερωτήματα. Ανάμεσα σε πολλά άλλα, θα εστίαζα σε δύο, απολύτως αλληλένδετα: Πρώτον, πώς τοποθετείται το κείμενο του Ελεφάντη απέναντι στην πληθωριστική καταγγελία του «λαϊκισμού», που συνέχει ιδεολογικά το συνασπισμένο συγκρότημα εξουσίας των τελευταίων δεκαετιών; Και, δεύτερον, πώς τοποθετείται το βιβλίο απέναντι στις θεωρητικές απόπειρες συγκρότησης μιας εναλλακτικής έννοιας λαϊκισμού, θετικά νοηματοδοτημένης και αξιολογημένης, από δυνάμεις της αριστεράς και της ριζοσπαστικής σκέψης;

Η εύκολη απάντηση και στα δύο θα ήταν ότι, δεδομένου ότι ο Ελεφάντης εκφέρει έναν λόγο κριτικό προς τον λαϊκισμό, εν δυνάμει εντάσσεται στην αντι-λαϊκιστική ομοφωνία και αντιτίθεται στην αιρετική εκ νέου κατανόηση του λαϊκισμού. Θα υποστηρίξω ότι αυτή η διπλή απάντηση είναι λανθασμένη, θεωρητικά και πολιτικά.

Η αιχμή της αντι-λαϊκιστικής ιδεολογίας
Αλλά ας αρχίσουμε από το πρώτο: Αθροίζεται, έστω και αναδρομικά, η παρέμβαση του Ελεφάντη στο σημερινό αντι-»λαϊκιστικό» μέτωπο, και στην επιθετικότητά του εναντίον της αριστεράς, και ειδικότερα του ΣΥΡΙΖΑ, τόσο πριν όσο και μετά την ανάρρησή του στην κυβερνητική εξουσία, αλλά επίσης και εναντίον κάθε μορφής λαϊκών κινητοποιήσεων και διεκδικήσεων (προς αυτές τις τελευταίες ομολογουμένως με λιγότερη ένταση, μετά την ανάληψη της κυβέρνησης από τον ΣΥΡΙΖΑ). Ή, ακόμα σοβαρότερα: μήπως η παρέμβαση του Ελεφάντη τότε συντέλεσε στην εκκίνηση του σημερινού γενικευμένου αντι-»λαϊκισμού», υπήρξε ένα διορατικό προανάκρουσμά του, που του δίνει σήμερα μια εξ αριστερών, νομιμοποιητική καταγωγή; Το ερώτημα γίνεται ακόμα πιο πιεστικό καθώς σε αυτό το μέτωπο έχουν από καιρό προσχωρήσει δυνάμεις που προέρχονται ή αναφέρονται στην ανανεωτική αριστερά. Κατά μείζονα λόγο, λοιπόν, είναι αυτή η λεγόμενη αντι-»λαϊκιστική» αριστερά που προσπαθεί να αναγάγει τη σημερινή πολιτική στάση της στο επιχείρημα του Ελεφάντη τότε.


Από αυτήν τη διπλή αναγωγή, θα προέκυπταν δύο συνεπαγωγές: να προσδοθεί στον λόγο περί «λαϊκισμού» η ιστορική, πολιτική, θεωρητική και ηθική υπεραξία που θα εξασφάλιζε η καταγωγική αναφορά στον Ελεφάντη και στον Πολίτη, και να κατασκευαστεί εκ των υστέρων η ιστορική συνέχεια μιας ανανεωτικής Αριστεράς που υποτίθεται ότι εξαρχής και καταγωγικά αντιπάλευε τον λαϊκισμό, πράγμα που θα έκανε ακόμα πιο κάθετη, και ιστορική, τη διχοτομία μεταξύ «λαϊκιστικής» και «αντι-λαϊκιστικής» αριστεράς.


Το ενδιαφέρον είναι ότι αυτό το επιχείρημα βρίσκει αναπάντεχους συμμάχους από τα αριστερά. Με αφετηρία την αναδρομική κριτική προς τον Ελεφάντη ότι προοικονομεί τον καθεστωτικό αντι-»λαϊκισμό», εκφράζοντας την υπεροψία της ιστορικής ανανεωτικής αριστεράς και την ανετοιμότητά της να κατανοήσει το ατυπικό φαινόμενο του ΠΑΣΟΚ που τελικά την υπερκέρασε, οι αναλύσεις αυτές καταλήγουν στο ίδιο αποτέλεσμα: εξασφαλίζουν στην τρέχουσα αντι-»λαϊκιστική» συναίνεση μια ψευδώνυμη, εξιδανικευτική καταγωγή που δεν τη δικαιούται.

Και αυτό γιατί η έννοια λαϊκισμού που επεξεργάζεται ο Ελεφάντης είναι τελείως διαφορετική από την τρέχουσα κατάχρηση του όρου. Ο αντι-λαϊκισμός του Ελεφάντη δεν χωρά στον χύδην αντι-»λαϊκισμό» που κυριαρχεί στον δημόσιο λόγο σήμερα, ακόμα και -ή ίσως κυρίως- όταν αυτός εκφωνείται από την αντι-λαϊκιστική αριστερά. (Πράγμα που μου επιβάλλει, ως έναν τρόπο αποφυγής παρεξηγήσεων, να βάζω σε εισαγωγικά τον «λαϊκισμό» όταν πρόκεται για την τρέχουσα δημοσιολογική χρήση του όρου, και να γράφω απλώς λαϊκισμός όταν πρόκειται για την έννοια του Ελεφάντη.)

Ο τρέχων αντι-»λαϊκισμός», ως ιδεολογική ναυαρχίδα του κυρίαρχου σήμερα νεο-φιλελευθερισμού, κατασκευάζει τον «λαϊκισμό» ως μια ηθική, ή πιο σωστά, ηθικολογική κατηγορία, μια άνωθεν κανονιστική κατηγορία, η οποία ελάχιστα μπορεί να συγκαλύπτει ένα σκληρό εξουσιαστικό πυρήνα: ο αντι-»λαϊκισμός» αποσκοπεί σε μια σκληρή, αυταρχική, εκ των άνω κανονικοποίηση. Ο «λαϊκισμός» δίδεται ως παρέκκλιση από κάποια κανονικότητα, ως παθογένεια προς ίαση, ως υστέρηση προς τον τελεολογικά επικυρωμένο προσανατολισμό των δυτικών κοινωνιών, ένας «ασυγχρονισμός» (απέναντι στον οποίο αντιπαραβάλλεται προφανώς ένας κάποιος «εκσυγχρονισμός»), που έγκειται σε ένα διπλό έλλειμμα: ηθικής και ορθολογισμού. Η πρώτη ύλη του λαϊκισμού θα ήταν έτσι ιδιοτελείς «ομάδες συμφερόντων», οι «συντεχνίες» ή οι «συνδικαλιστές», για να χρησιμοποιήσω μερικές ακόμα αφόρητες κοινοτυπίες της αντι-«λαϊκιστικής» εκφοράς, που επιδιώκουν υπολογιστικά ένα αθέμιτο μερίδιο της κοινωνικής πίτας· από την άλλη, η καθαυτό λαϊκιστική διαδικασία θα συνιστούσε μια ανορθολογική ολοποίηση ή ενοποίηση αυτών των επιμέρους, ανταγωνιστικών διεκδικητικών ορθολογικοτήτων σε «φαντασιακές κοινότητες» (δανείζομαι από τον τίτλο του βιβλίου του Μπ. Άντερσον), και εντέλει στην περικλείουσα φαντασιακή κοινότητα που θα ήταν «ο λαός». Ας σημειωθεί ότι το φαντασιακό εδώ, κατά κανόνα, και με ασύγγνωστη περιφρόνηση των θεωρητικών επεξεργασιών τις οποίες επικαλούνται αυτοί οι λόγοι, εκλαμβάνεται ως οιονεί ψευδές, ψευδαισθητικό, διαστρεβλωτικό —πράγμα που συνεπάγεται, ρητά ή υπόρρητα, την τοποθέτηση ότι ο λαός, κατά κάποιον τρόπο, δεν υπάρχει· υπάρχουν μόνο άτομα, μοναδιαίες εκφάνσεις του homo economicus.

Η αιχμή της αντι-»λαϊκιστικής» ιδεολογίας, λοιπόν, βρίσκεται εδώ: στην εχθρότητα προς το ενδεχόμενο σύνθεσης των επιμέρους αιτημάτων ως λαϊκών διεκδικήσεων· ο αντι-»λαϊκισμός» δηλώνει, πριν από οτιδήποτε άλλο, τη δυσανεξία σε ό,τι θα μπορούσε να σημανθεί ή να νοηματοδοτηθεί ως λαός. Ο αντι-»λαϊκισμός» στοχεύει αυτό που ο Ελεφάντης ονόμαζε «λαϊκές εγκλήσεις»: προσπαθει να ακυρώσει επιτελεστικά κάθε απόπειρα συγκρότησης του λαού. Η θέση ότι «ο λαός δεν υπάρχει» λέει και επιχειρεί «να μην υπάρξει λαός»: ο αντι-»λαϊκισμός» προσπαθεί να αποτρέψει την πολιτική άρθρωση των κοινωνικών διεργασιών, αντιστάσεων, διεκδικήσεων, επιθυμιών, οραμάτων, ουτοπιών κλπ -προσπαθεί να αποτρέψει τη διαδικασία άρθρωσης του λαού (με την πολυσημία αυτής της φράσης: τη διαδικασία με την οποία ο λαός αρθρώνεται και αρθρώνει, αρθρώνεται αρθρώνοντας).

Ο ορίζοντας του λαϊκισμού
Αν αυτή είναι η αρνητική, ηθικολογκή και κανονιστική σημασία του «λαϊκισμού», όπως τη σκιαγραφεί ο κυρίαρχος σήμερα αντι-»λαϊκισμός», ποιά είναι η σχέση του με τον λαϊκισμό για τον οποίο μιλούσε τότε ο Ελεφάντης, δηλαδή τον λαϊκισμό δια του οποίου ηγεμόνευσε το ΠΑΣΟΚ κατά την πρώτη περίοδο της μεταπολίτευσης; Το πολύ σημαντικό στοιχείο που έχει να συνεισφέρει το κείμενο του Ελεφάντη σήμερα είναι ότι αναδεικνύει μια αναπάντεχη συνέργεια, μια βαθύτερη αλληλεγγύη πίσω από τη φαινομενική αντιπαλότητα ανάμεσα στον τρέχοντα αρνητικό λόγο περί «λαϊκισμού» και σε εκείνο τον «θετικό» λαϊκισμό που ηγεμόνευε τότε, ο οποίος απετέλεσε και τον κύριο στόχο του: τη θετική αναφορά στον λαό, ως μια διαχρονική, ιστορική, κοινωνική και πολιτική πραγματικότητα, με θετικό πρόσημο ως προς την αγωνιστικότητά του («οι αγώνες του λαού»), ως ένα εσαεί αγωνιζόμενο υποκείμενο. Απέναντι στην αρνητική ουσιολογία περί λαού («δεν υπάρχει λαός») έχουμε εδώ τη θετική ουσιολογία του λαού («υπάρχει λαός, ως δεδομένη πραγματικότητα»), ουσιώδες χαρακτηριστικό της οποίας είναι η ενδιάθετη αντιστασιακότητά του, ένα αντι-εξουσιαστικό δυναμικό, ένας εγγενής ανταγωνισμός προς το εκάστοτε συγκρότημα εξουσίας.

Είναι υπό αυτή τη θετική κατανόησή του, θα πει ο Ελεφάντης, που μπόρεσε να υποστηριχθεί ότι ο ορίζοντας του λαϊκισμού είναι ο σοσιαλισμός · ή, ακόμα ισχυρότερα, ότι ο λαϊκισμός αποτελεί συνθήκη του σοσιαλισμού: ο σοσιαλισμός δεν θα ήταν έτσι παρά η ιστορική πραγμάτωση του απελευθερωτικού και χειραφετητικού δυναμικού που ουσιωδώς ενέχεται στον «λαό» και στις εκδηλώσεις του. Εδώ βρίσκεται ο κόμβος του επιχειρήματος του Ελεφάντη, ο πυρήνας της παρέμβασης του, που έχει έναν απολύτως προσδιορισμένο στόχο: το ΠΑΣΟΚ. Η αντίθεση του Ελεφάντη προς τον «θετικό» λαϊκισμό είναι η αντίθεσή του προς το ΠΑΣΟΚ, και η διπλή αυτή αντίθεση στόχευε στην αποδόμηση της σοσιαλιστικής αξίωσης του ΠΑΣΟΚ. Ο λαϊκισμός συγκροτείται εννοιολογικά από τον Ελεφάντη ως θεωρητική βάση για να μπορέσει να πει, ήδη από την εποχή της ανόδου του ΠΑΣΟΚ, τότε που φίλοι και εχθροί του, για καλό ή για κακό, έβλεπαν τον σοσιαλισμό να έρχεται πλησίστιος (πράγμα που αποτελούσε ήδη ένδειξη της ηγεμονίας του) ότι το ΠΑΣΟΚ, ως λαϊκιστικό, δεν είναι σοσιαλιστικό. Η διάζευξη λαϊκισμού και σοσιαλισμού αποτέλεσε τον διάμεσο για τη διάζευξη ΠΑΣΟΚ και σοσιαλισμού, συνεπώς για την αντίσταση στην ηγεμονία του πρώτου.

Με δυο λόγια, η κριτική στον λαϊκισμό από τον Ελεφάντη συμπυκνώνει τη φράση, που έγινε εμβληματική ολόκληρου του κύκλου του Πολίτη, ήδη από το 1977, ότι «από τη σκοπιά του σοσιαλισμού, το ΠΑΣΟΚ μας αφήνει παγερά αδιάφορους». Όπως ο ίδιος ο Ελεφάντης σημειώνει, στην πορεία παραγνωρίστηκε αυτή η επεξηγηματική φράση: «από τη σκοπιά του σοσιαλισμού». Το αποτέλεσμα ήταν διπλό: πρώτον, δόθηκε η εντύπωση μιας εν γένει αδιαφορίας απέναντι στο φαινόμενο ΠΑΣΟΚ, η εντύπωση ενός πολιτικού και θεωρητικού ελιτισμού εκ μέρους του Ελεφάντη και του Πολίτη, και δεύτερον, βοήθησε στο να παραβλεφθεί ότι η κριτική του Ελεφάντη στον λαϊκισμό γινόταν από τη σκοπιά του σοσιαλισμού, δηλαδή της αναδιοργάνωσης του κοινωνικού παραδείγματος υπό την προοπτική των υποτελών τάξεων και στρωμάτων, δηλαδή υπό την προοπτική του «λαού» -πράγμα που επιβεβαιώνει ξανά ότι αυτή η κριτική δεν μπορεί να χωρέσει στην τρέχουσα αντι-»λαϊκιστική» κενολογία.

Αλλά τι μπορεί σημαίνει στο επιχείρημα του Ελεφάντη «λαός», με βάση όλα τα προηγούμενα; Με αυτό μπαίνουμε ήδη στο δεύτερο ερώτημα, που τέθηκε πιο πάνω: ο Ελεφάντης αντιμάχεται, εν προκειμένω, τόσο τη θετική όσο και την αρνητική ουσιοκρατία περί λαού: ο λαός δεν είναι ούτε δεδομένη, «αντικειμενική» πραγματικότητα, μια κοινωνική και ιστορική «υπόσταση», ούτε και «υποκειμενική», ανορθολογική προβολή επί των μόνων πραγματικοτήτων που εν τέλει «υπάρχουν», τα (οικονομικά) άτομα. Ο λαός είναι, κάθε φορά, πολιτικό και ιδεολογικό διακύβευμα -μπορεί να συγκροτηθεί, και συγκροτείται κάθε φορά διαφορετικά, ως έκβαση πολιτικών και ιδεολογικών αγώνων. Αυτή η οιονεί νομιναλιστική, αντι-ουσιοκρατική αντίληψη περί λαού επιφέρει μια αναλόγως νομιναλιστική, αντι-ουσιοκρατική προσέγγιση στον ίδιο τον λαϊκισμό: έτσι, ο Ελεφάντης κατά κανόνα προσέχει να μην εκφέρει καθολικές κρίσεις για τον λαϊκισμό εν γένει, να μην υποστασιοποιεί τον λαϊκισμό, πράγμα που θα συστοιχούσε με την υποστασιοποίηση του λαού, και να περιορίζεται στον λαϊκισμό του ΠΑΣΟΚ, ο οποίος υπήρξε μια, συγκεκριμένη και ιστορικά ενική, πολιτική και ιδεολογική συνάρθρωση του λαού, υπό την ηγεμονία της νέας μικροαστικής τάξης, στις ιδεολογικές προκείμενες της μεταπολίτευσης, η οποία όχι μόνο δεν μπορούσε να ενταχθεί σε μια σοσιαλιστική προοπτική, αλλά την ανέστελλε. Το σημαντικό όμως εν προκειμένω η θέση αυτή αναγνώριζε τη δυνατότητα μιας διαφορετικής συνάρθρωσης, τη δυνατότητα ενός άλλου λαού, που θα ήταν αποτέλεσμα της ηγεμονίας της σοσιαλιστικής ιδεολογίας. Η θέση αυτή καμία σχέση δεν έχει με τη θρυλούμενη αριστοκρατική καχυποψία του Ελεφάντη απέναντι στην κοινωνική «πρώτη ύλη» αυτού που ονόμαζε λαϊκισμό, την οποία κατ’ αντιδιαστολή ονόμαζε «λαϊκότητα», καχυποψία που υποτίθεται ότι απηχούσε τον ελιτισμό της ανανεωτικής αριστεράς. Αντιθέτως: από τη μια πλευρά, επιζητούσε μια άλλη πολιτική και ιδεολογική συνάρθρωση αυτών των λαϊκών «διαθεσιμοτήτων», της «νέας λαϊκής ριζοσπαστικότητας» της μεταπολίτευσης· από την άλλη, η Αριστερά, και ειδικά η ανανεωτική Αριστερά, που θα ήταν η μόνη αρμόδια να διεκδικήσει, να παλέψει και να φέρει σε πέρας αυτή την εναλλακτική συγκρότηση του λαού ήταν απούσα: αδυνατώντας να ηγεμονεύσει, ηγεμονεύθηκε η ίδια από τον λαϊκισμό του ΠΑΣΟΚ, υπάχθηκε σε αυτόν, συμμετείχε από θέση υποτέλειας στον λαϊκισμό, τον «αγόρασε» άκριτα και δευτερογενώς τον επανεξέπεμψε η ίδια.

Διαφορά τύπων λόγου
Μπορούμε εδώ να προσμετρήσουμε τη διαφορά μεταξύ της προβληματικής του Ελεφάντη περί λαϊκισμού και του θορύβου περί «λαϊκισμού» της τρέχουσας δημοσιολογίας. Η τοποθέτηση του Ελεφάντη δεν συνιστά άνωθεν ηθικολογική και κανονιστική απαξίωση της κοινωνικής και πολιτικής πραγματικότητας, αλλά εγχείρημα κατανόησης αυτής της πραγματικότητας εν όψει της πολιτικής αντιμετώπισής της. Δεν απαξιώνει την πραγματικότητα από ένα υπερβατικό σημείο θέασης, αλλά την αντιμάχεται πολιτικά και επιχειρεί να την κατανοήσει θεωρητικά, συγκροτώντας την αντίστοιχη έννοια, από την εμμενή προοπτική στην οποία ο Ελεφάντης απροϋπόθετα προσμετρούσε τον εαυτό του, την προοπτική της Αριστεράς και του σοσιαλισμού. Πρόκειται κυρίως για μια διαφορά τύπων λόγου, μια διαφορά στη σχέση των λόγων με αυτό για το οποίο μιλούν. Γι’ αυτό και οι δύο λόγοι δεν είναι απλώς ασύμπτωτοι ή ασύμμετροι, λόγοι που θα μπορούσαν να συνυπάρξουν παράλληλα. Η κριτική στον λαϊκισμό του Ελεφάντη και ο ενεστώς αντι-»λαϊκισμός» δεν είναι απλώς διαφορετικοί αλλά και δυνητικά αντίπαλοι: η ειδική διαφορά τους προεξοφλεί την ιδιάζουσα, πρωθύστερη ρηξη του πρώτου προς τον δεύτερο· η αντίθεση του Ελεφάντη προς τον λαϊκισμό όχι μόνο δεν ταυτίζεται με τον αντι-«λαϊκισμό» του συρμού, όχι μόνο δεν αποτελεί την καταγωγή ή τη θεωρητική θεμελίωσή του, αλλά εν δυνάμει τον ανασκευάζει. Σε αντίθεση λοιπόν με την ευκολία με την οποία πολλοί, εκ δεξιών και εξ αριστερών, πιστώνουν τον Ελεφάντη στον τρέχοντα αντι-»λαϊκισμό», ή χρεώνουν τον δεύτερο στον πρώτο, το ίδιο το κείμενο παρέχει σοβαρά εφόδια για μια κριτική του λόγου περί «λαϊκισμού» που μας κατακλύζει.

Το διακύβευμα της επανέκδοσης
Αυτό μας δίνει τη δυνατότητα για μια τελευταία κουβέντα σχετικά με το ερώτημα της ένταξης του βιβλίου στα σημερινά θεωρητικά συμφραζόμενα. Θα έλεγα, αρχικά, ότι στο μέτρο ακριβώς που το κείμενο του Ελεφάντη είναι σε θέση να αποδομήσει την ανυπόστατη κατηγορία του «λαϊκισμού», συνεπώς να ασκήσει κριτική στην αντι-»λαϊκιστική» ιδεολογική κυριαρχία, συνομιλεί εξ αντικειμένου με όλες εκείνες τις κατοπινές εννοιολογικές επεξεργασίες του λαϊκισμού που επίσης επιχειρούν να απελευθερώσουν την έννοια από τούτη την ιδεολογική μέγγενη. Το σημαντικότερο όμως, κατά τη γνώμη μου, είναι ότι η αντι-ουσιοκρατική στάση του Ελεφάντη περί λαού, ως διακυβεύματος πολιτικών και ιδεολογικών αγώνων συνάρθρωσης, και όχι ως υποστασιακής κατηγορίας, θέτει εν αμφιβόλω το υποτιθεμενο ασυμβίβαστο μεταξύ του Ελεφάντη και των πιο πρόσφατων θεωρητικών εγχειρημάτων που διεκδικούν ευθαρσώς τη δυσφημισμένη και δυσφημιστική κατηγορία του λαϊκισμού στο όνομα της Αριστεράς, της απελευθερωτικής και χειραφετητικής πολιτικής και, εν τέλει, του σοσιαλισμού, από θεωρητικούς όπως ο Ερνέστο Λακλάου, ο Ετιέν Μπαλιμπάρ, κ.ά.

Και αυτό είναι το διακύβευμα της επανέκδοσης του βιβλίου: προσφέρει έναν πολύτιμο συνομιλητή σε αυτή τη σημαντική προβληματική, φέρνει από το παρελθόν μια ακόμα συνεισφορά στο επίκαιρο μέλημα για μια άλλη σοσιαλιστική πολιτική, και αφαιρεί έναν καταχρηστικό σύμμαχο από την υστερική ιερή συμμαχία εναντίον κάθε σοσιαλιστικής προοπτικής, υπό την ιδεολογική σκέπη της αφόρητης πλέον κοινοτυπίας περί «λαϊκισμού». Αλλά προς τούτο θα πρέπει να ανασυντεθούν οι ιστορικές πολιτικές, ιδεολογικές και θεωρητικές αντιπαλότητες και διαχωρισμοί, και να αναθεωρηθούν εκατέρωθεν ναρκισιστικές εμμονές σε διαμάχες μιας εποχής της Αριστεράς που θέλουμε να ξεπεράσουμε. Με άλλα λόγια, το κείμενο του Ελεφάντη έρχεται να αποτελέσει επιμέρους διακύβευμα στους σημερινούς αγώνες ηγεμονίας και συνάρθρωσης.

*Το κείμενο αυτό βασίζεται σε ομιλία στην εκδήλωση «Ηθικολογική χρήση τη έννοιας του λαϊκισμού και πολιτική σήμερα» που οργάνωσε στις 12 Απριλίου ο Όμιλος Φίλων Θεσσαλονίκης του Ινστιτούτου Νίκος Πουλαντζάς, με αφορμή την επανέκδοση του βιβλίου του Άγγελου Ελεφάντη, Στον αστερισμό του λαϊκισμού, από τις Εκδόσεις Γκόνη. Οι άλλοι ομιλητές ήταν ο Χ. Βερναρδάκης, ο Μ. Μπαρτσίδης και ο Γ. Σταυρακάκης.

* Ο Γιώργος Φουρτούνης είναι επίκουρος καθηγητής στο τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας του Παντείου πανεπιστημίου.

Δεν υπάρχουν σχόλια: