Κυριακή, 21 Φεβρουαρίου 2016

Μέσα στα ερείπια πορευόμαστε

ΝΙΚΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΡΑΣ

Π​​ώς θα μας έβλεπαν οι ποιητές του παρελθόντος, με την αφοσίωσή μας στην απραξία, με τις εμμονές, τους αυτοματισμούς και τις υπερβολές, καθώς βυθιζόμαστε, περιμένοντας λύση από κάποιους άλλους – είτε θεούς είτε βαρβάρους είτε δανειστές. Ζούμε στο καβαφικό σύμπαν, που διαπερνά τους αιώνες από το λυκόφως της αρχαιότητας έως τον Μεσοπόλεμο, με μάχες που χάθηκαν είτε δόθηκαν είτε όχι, με τη μελαγχολία της βέβαιης ήττας και αναμνήσεις κάποιας φευγαλέας ηδονής. Είμαστε, όμως, και θαμώνες της ταβέρνας του Βάρναλη, που «δειλοί, μοιραίοι και άβουλοι αντάμα!/ προσμένουμε, ίσως, κάποιο θάμα!». Ο καθένας, μικρός πρωταγωνιστής αριστοφάνειας σάτιρας και ευριπίδειας τραγωδίας. Τι είναι αυτός ο παράξενος χαρακτήρας που μας καταδικάζει να εναλλασσόμαστε συνεχώς μεταξύ μικρότητας και μεγαλοσύνης, μεταξύ αμαρτίας και αγιοσύνης, ελευθερίας και εξάρτησης, θριάμβου και συντριβής; Γιατί είμαστε ικανοί για τα καλύτερα και τα χειρότερα, συνεχώς και εναλλάξ;

Ας δούμε την καθημερινότητά. Οι αγρότες βρίσκονται στους δρόμους εδώ και εβδομάδες (τρόπος του λέγειν «οι αγρότες», επειδή οι περισσότεροι τρέχουν να προλάβουν τις υποχρεώσεις τους – η γη, σαν το χρέος, θέλει εξυπηρέτηση), κόβοντας τη χώρα σε τμήματα και κλείνοντας τα σύνορα με τη Βουλγαρία. Απαιτούν την απόσυρση κυβερνητικών μέτρων για την ασφάλιση και φορολόγησή τους, ενώ κράτος και κυβέρνηση δεν κάνουν κάτι για να λύσουν το πρόβλημα. Είναι σαν όλοι να παίζουν έναν ρόλο που έχουν παίξει πολλές φορές στο παρελθόν και δεν μπορούν να αλλάξουν τώρα το σενάριο. Οι μεν απαιτούν το απόλυτο, οι δε αφήνουν τα πράγματα να σέρνονται. Ουδείς εμπιστεύεται τον άλλον. Θα δούμε εάν η αυριανή συνάντηση του πρωθυπουργού θα σηματοδοτήσει κάποια εξέλιξη ή εάν θα συνεχίσει και αυτός στον ρόλο του παρατηρητή.

Διαφεύγει από όλους το γεγονός ότι η χώρα δεν είναι αυτή που ήταν – όταν κυβέρνηση μπορούσε να «δώσει» 500 εκατ. ευρώ στους αγρότες με το που απειλούσαν με κινητοποιήσεις. Τα χρήματα εκείνα είμαστε αναγκασμένοι να τα επιστρέψουμε στην Ευρώπη και να βρούμε άλλα με τα οποία να συνεχίσει να λειτουργεί η χώρα. Και η χώρα και οι επιχειρήσεις της και οι πολίτες βρίσκονται στο έσχατο σημείο σήμερα – μάχονται για την επιβίωσή τους. Οι αγρότες πιστεύουν ότι κι αυτοί κινδυνεύουν, και έτσι δεν διστάζουν να δράσουν σε βάρος του συνόλου. Ετσι κάνουμε σχεδόν όλοι, εξάλλου. Η κυβέρνηση, όμως, έχει ευθύνη να αποτρέπει ζημία σε άλλους πολίτες, αλλά και σε γειτονικές χώρες. Αντί να λύνει το πρόβλημα είτε με διορθώσεις στα μέτρα είτε με την επιβολή του νόμου, η κυβέρνηση ισχυρίζεται και ότι τα μέτρα είναι πολύ καλά και φιλολαϊκά (επειδή αυτή τα προτείνει), και ότι τα επιβάλλουν οι δανειστές (άρα η ίδια δεν ευθύνεται), και ότι καλά κάνει ο λαός και διαμαρτύρεται.

Το παράδοξο πάντρεμα αβουλίας και παραγοντισμού το βρίσκουμε σε όλο τον δημόσιο χώρο. Ενώ εκκρεμεί η αξιολόγηση των δανειστών και η οικονομία παραμένει παγωμένη, ενώ τα προβλήματα πολλαπλασιάζονται και μαύρα σύννεφα μαζεύονται στην ευρύτερη περιοχή, κανείς στην κυβέρνηση δεν φαίνεται να ανησυχεί ώστε να κάνει όποια αναγκαία κίνηση πριν από την ύστατη στιγμή. Συχνά, μάλιστα, κυβερνητικά στελέχη δεν επικοινωνούν ούτε μεταξύ τους ούτε με αρμόδιους ξένους παράγοντες. Το είδαμε στο προσφυγικό: λίγες μέρες πριν ληφθούν σκληρά μέτρα εναντίον της Ελλάδας, ύστερα από καθυστέρηση μηνών, το υπουργείο Αμυνας ανέλαβε να οργανώσει τα hotspots και τα κέντρα διαμονής (και, εν πολλοίς, τα κατάφερε). Εν τω μεταξύ, ενώ οι Ευρωπαίοι διαμαρτύρονταν ότι μόνο ένα από τα πέντε απαιτούμενα hotspots είχε στηθεί, δεν ήταν ευρέως γνωστό ότι αυτό (στη Λέσβο) εξυπηρετούσε τη μεγάλη πλειονότητα των εισερχόμενων ανθρώπων. Οπως στην οικονομία, και εμείς και οι Ευρωπαίοι αφήσαμε τον κόμπο να φθάσει στο χτένι – με όλες τις συνέπειες της έλλειψης προγραμματισμού και συνεννόησης – αντιδράσεις των εταίρων αλλά και Ελλήνων πολιτών που βρίσκονται κοντά στα επίμαχα σημεία.

Σε άλλη χώρα θα ήταν παράδοξο, στην Ελλάδα είναι φυσικό, η κυβέρνηση να ανέχεται κινητοποιήσεις που εμποδίζουν τη λειτουργία του κράτους, της οικονομίας, των πολιτών, ακόμη και γειτονικών χωρών, ενώ της περισσεύει η αποφασιστικότητα όταν αφορά αλλαγές στην εκπαίδευση, στη στελέχωση κρατικών θεσμών και υπηρεσιών, στην ενημέρωση, στις επενδύσεις και στην οικονομία γενικώς. Η αδιαφορία για τις συνέπειες είναι διαχρονική πληγή της πολιτικής μας.
Ισως μας ταιριάζει περισσότερο ο στίχος του Σεφέρη: «Ξύπνησα με το μαρμάρινο τούτο κεφάλι στα χέρια/ που μου εξαντλεί τους αγκώνες και δεν ξέρω πού να τ’ ακουμπήσω». Μύθος, όνειρο, απορία, φόβος, σύγχυση. Σε έναν κόσμο αλλαγμένο προχωράμε μέσα στα ερείπια, με μόνα όπλα όσα ξέραμε από πριν, όσα κάναμε έως χθες. Με φόβο και ανεξήγητη αισιόδοξη μέθη.

Έντυπη ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

Δεν υπάρχουν σχόλια: