Τρίτη, 26 Ιανουαρίου 2016

Οι νεκροί

... πολιτική είναι η διεκδίκηση της ζωής και των αποχρώσεων που της δίνουν νόημα, όχι αναγκαστικά οι τακτικισμοί του Τσίπρα, η μπρουταλιτέ του Καμμένου, η υποκρισία του Σπίρτζη, τα δικολαβίστικα του Κατρούγκαλου...




του Ηλία Κανέλλη
 Στο μικρό αριστούργημά του «Ο νεκρός» (ή «Οι νεκροί»), ο Τζέιμς Τζόις μιλά για έναν απόλυτο έρωτα. Για ένα παιδί που, αν και φυματικό, είχε έρθει νύχτα με βροχή να διεκδικήσει την αγαπημένη του, κάτω από το παράθυρό της. Μετά η κατάστασή του επιδεινώθηκε. Και πέθανε. Η αγαπημένη του παντρεύτηκε, έζησε μια τυπική οικογενειακή ζωή ως μέλος της μεσαίας τάξης και, απλώς, ένα βράδυ αποκάλυψε στο σύζυγό της, χωρίς εξάρσεις ούτε και υφέσεις, τη μεγάλη κρυφή ιστορία της – ένα βράδυ που χιόνιζε και το χιόνι σκέπαζε και την πόλη και την ύπαιθρο και τα σπίτια και τα δέντρα, και όλους τους ζωντανούς και τους νεκρούς.

Ο Τζόις περιέγραψε με απόλυτη ωμότητα το θέμα ενός ανθρώπου, εκείνης της γυναίκας, που ζει με ένα μεγάλο προσωπικό μυστικό που λόγω των συμβάσεων δεν επιτρέπεται να το αποκαλύψει. Η εξομολόγηση του μυστικού της στον σύζυγό της είναι, συνάμα, και παραδοχή ότι η ζωή της είναι άδεια, χωρίς το περιεχόμενο της μεγάλης αφοσίωσης και του πάθους και της διεκδίκησης και της θυσίας που ενέχει ο απόλυτος έρωτας. Ούτε εκείνη λυτρώνεται με την αποκάλυψη ούτε κι εκείνος. Εκείνη μένει με τα φαντάσματα μιας εξιδανικευτικής υπόσχεσης που δεν δοκιμάστηκε στη ζωή, εκείνος ευγενικά θα συνεχίσει κατά τα φαινόμενα να αποδέχεται τη σύμβαση της συμβίωσης γνωρίζοντας ότι είναι ο αναγκαίος δεύτερος ώστε να υπάρξει η σύμβαση. Τίποτα άλλο.

Η παραπάνω ιστορία είναι ένα μεγάλο μάθημα συνείδησης δύο σπουδαίων προσωπικοτήτων που και οι δύο πέθαναν με απόσταση μερικές μόνο ώρες. Ο ένας ήταν ο γλύπτης Γιώργος Λάππας. Ο άλλος, ο ψυχίατρος-ψυχαναλυτής, καθηγητής Θανάσης Τζαβάρας. Και των δύο δουλειά ήταν να θεραπεύουν το τραύμα, που συνήθως είναι καλά κρυμμένο κάτω από την κοινωνική σύμβαση.

Ο Λάππας είναι γνωστός (σε όσους είναι γνωστός) για τα κόκκινα ανθρωπάκια του, λίγο στραπατσαρισμένα, λίγο κακοχυμένα, μερικές φορές τις λεπτομέρειές τους, ένα στόμα φιμωμένο, κάποια κομμένα μέλη… Είναι το πιο γνώριμο μοτίβο του, αλλά δεν είναι το μόνο. Οι γλυπτικές εγκαταστάσεις του συχνά είναι απροσδόκητες. Θυμάμαι ένα έργο του, ένα τεράστιο πουλί κι ένας άντρας που το χαϊδεύει ή, άραγε, ετοιμάζεται να καβαλήσει πάνω του, να πετάξουν;

Η επιμελήτρια της Εθνικής Πινακοθήκης, πάλι, Μαριλένα Κασιμάτη, θυμήθηκε μια τεράστια εγκατάσταση στη Θεσσαλονίκη, με χίλιες μικροκαμωμένες φιγούρες, μια σιδερένια περικεφαλαία και κάποιες άδειες καρέκλες – το είχε φιλοτεχνήσει για μια Μπιενάλε της Θεσσαλονίκης και αναμετριόταν με το τραύμα της πόλης που επί δεκαετίες απωθούσε η σκληρόπετση εθνικοφροσύνη της και οι επίσης σκληρόπετσες ιδελογικές προτεραιότητες της Αριστεράς της, τη σύλληψη, τον εξευτελισμό, την εξορία και τη θανάτωση στα στρατόπεδα του Γ’ Ράιχ 9.000 Εβραίων της πόλης: οι φιγούρες είναι οι Εβραίοι που αφανίστηκαν, λέει η Κασιμάτη, η σιδερένια περικεφαλαία είναι η πολεμική μηχανή του χιτλερισμού, οι άδειες καρέκλες είναι η αδιαφορία όσων έβλεπαν από τα παράθυρα και τα μπαλκόνια και δεν έκαναν τίποτα, δεν είπαν τίποτα, έκαναν ότι δεν είδαν…

Ο Λάππας, Αιγυπτιώτης ο οποίος ξεπέρασε την εσωτερική εξορία που ένιωσε στην Αθήνα παρακολουθώντας συστηματικά τον Καραγκιόζη του Σωτήρη Σπαθάρη, έπεσε με τα μούτρα στη δουλειά, στην τέχνη, σε μια δουλειά φαινομενικά άχρηστη, που όσο πιο άχρηστη γίνεται ως αξία χρήσης, όσο δηλαδή απομακρύνεται από τη διακοσμητικότητα, τόσο πιο μεγάλη σημασία αποκτά. Τι είναι τέχνη, κατά τον Λάππα; Να οικειοποιείσαι στοιχεία που σου παρέχει ο κόσμος και να τα επαναποδίδεις στον κόσμο ως οικεία σου, ως αντικείμενα με τα οποία μπορεί να εξοικειωθεί και το κοινό σου. «Έργο τέχνης=Το τέλος του ξένου κόσμου», έδινε τον ορισμό του σε μια συνέντευξη του 2010 στην Άρτεμη Καρδουλάκη, για το περιοδικό «Τα Νέα της Τέχνης».

Αλλά η οικειότητα του καλλιτέχνη δεν είναι καθησυχαστική ρουτίνα, κάθε άλλο. Τα υλικά του έχουν να κάνουν με το τραύμα που κουβαλάνε, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, σχεδόν όλοι οι άνθρωποι (εξαιρούνται οι ηλίθιοι και οι απολίτιστοι). Ο νεκρός του Τζόυς και τα μυστικά που βυθίζουν ακόμα περισσότερο στην εποδοχή του τραύματος όταν αποκαλύπτονται, αυτό θα μπορούσε να είναι το υλικό της τέχνης του. Αλλά δεν θα μπορούσε να το εκφράσει αν δεν συναντούσε, στο Όρεγκον όπου σπούδασε, την τρέλα, τον εγκλεισμό, την πειθαρχία ενός «λογικού» που προσπαθούσε να πλησιάσει και να ψυχαγωγήσει «διαταραγμένους». Μια ταινία, η σπουδή του στον Γκόγια και μερικές ακόμα δημιουργικές εκλάμψεις τον οδήγησαν εθελοντή διασκεδαστή εγκλείστων στο ψυχιατρείο του Σάλεμ. «Οι περισσότεροι ασθενείς στους θαλάμους υψίστης ασφαλείας είχαν φτάσει το κράτημά τους από τη ζωή και από τη φωνή τους, την εσωτερική και εξωτερική, στα άκρα. Εγώ όφειλα να φτιάχνω ένα συλλογικό κράτημα από τις κομμένες φωνές τους, αυτή ήταν η δουλειά μου ως διασκεδαστή», εξομολογείται στην ίδια συνέντευξη. Έτσι άλλαξε η ζωή του: «Εμπιστεύτηκα την διαίσθησή μου», προσθέτει, «και τράφηκα από τις επικοινωνίες που δυνάμωσαν την ψυχή μου, όπως λέμε πως ορισμένα μωρά γλείφουν τα ντουβάρια για να πάρουν το ασβέστιο που τους λείπει».

Μπορεί χωρίς τη συνειδητοποίηση, ίσως και τη βίωση των ορίων, να κατανοήσει το δράμα οποιοσδήποτε καλλιτέχνης σέβεται τη δουλειά του; Μπορεί ένας ψυχοθεραπευτής να κατανοήσει τους τραυματισμένους ανθρώπους με τις ζωές των ανθρώπων με τις οποίες θα δέσει τη δική του; Όπως και ο Λάππας, έτσι και ο Θανάσης Τζαβάρας ήταν άνθρωπος που μπορούσε να κατανοήσει την ακρότητα επειδή και ο ίδιος πήγε τον εαυτό του στα άκρα. Η φθορά, η συνειδητοποίησή της, αυτή ήταν που τον βοήθησε να συμφιλιωθεί με το τραύμα και να ξεκινήσει μια ακόμα πιο επώδυνη διαδρομή (που χάρη στο προσωπικό του στυλ την έκανε χαρίεσσα), τη συμφιλίωσή του με το θάνατο. Στο βιβλίο του «Ταξίδι από τα Κύθηρα» περιγράφει ένα ακραίο ταξίδι αυτοσυνειδησίας, όταν από τα Κύθηρα, έπειτα από μια πολύ σοβαρή περιπέτεια υγείας, βρέθηκε πέντε βδομάδες σε κώμα στην Εντατική ενός αθηναϊκού νοσοκομείου ενώ, κατόπιν, όταν συνήλθε, έζησε ένα τρομακτικό μέχρι να εξοικειωθεί μαζί του παιχνίδι με τα φαντάσματά του και τις ψευδαισθήσεις του, με την ψευδή συνείδηση την οποία απέκτησε λόγω της απώλειας των αισθήσεων και της ανάγκης, όταν τη σκαπούλαρε, για επανένταξη στη ζωή.

Τι του άφησε εκείνη η εμπειρία; Τη βεβαιότητα ότι η φθαρτότητα πολεμιέται με την παράδοση στη ζωή και στις προκλήσεις της, στις ατιθάσευτες προκλήσεις, μακριά από τις συμβάσεις που μπορούν να υποφέρουν σιωπηλά ακόμα και τα τραύματα. Και την πεποίθηση ότι το νόημα συμπυκνώνεται σε έναν στίχο: «All we need is love».

Κάπως έτσι, με δημιουργικό πάθος και ακραία αισθήματα μπορούμε να κερδίσουμε τη ζωή μας. Έτσι την κέρδισε ο Γιώργος Λάππας, έτσι την κέρδισε κι ο Θανάσης Τζαβάρας. Λυπάμαι που χάθηκαν, αλλά ξέρω ότι το γλέντησαν – γι’ αυτό και δεν τους θρηνώ.

ΥΓ. Το παραπάνω κείμενο, προφανώς, είναι ένα πολιτικό κείμενο. Διότι πολιτική είναι η διεκδίκηση της ζωής και των αποχρώσεων που της δίνουν νόημα, όχι αναγκαστικά οι τακτικισμοί του Τσίπρα, η μπρουταλιτέ του Καμμένου, η υποκρισία του Σπίρτζη, τα δικολαβίστικα του Κατρούγκαλου…

Athina984.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια: