Τρίτη, 1 Σεπτεμβρίου 2015

Καταλάβατε, τώρα; - Του Νίκου Μπίστη

Μετά τις πρώτες μετρήσεις, νομίζω ότι το ερώτημα εύλογα απευθύνεται σε όσους αυτάρεσκα απέρριψαν ασυζητητί και τη μείζονα και την ελάσσονα πρόταση διεξόδου. Και τη συγκρότηση Ευρωπαϊκού Μετώπου που οπωσδήποτε θα κέρδιζε τις εκλογές και τη συγκρότηση πόλου της κεντροαριστεράς που οπωσδήποτε θα ήταν τρίτο κόμμα με διψήφιο ποσοστό. Το επιχείρημα κατά του Ευρωπαϊκού Μετώπου ήταν ότι «η πολιτική δεν είναι αριθμητική, ότι ανόμοια δεν αθροίζονται, ότι σε αυτή την περίπτωση το βρώμικο παλιό θα παρασύρει το απαστράπτον νέο».

Ακόμα και αν υπάρχουν ψήγματα αλήθειας σε αυτές τις διαπιστώσεις δεν είναι καν η μισή αλήθεια. Ναι, η πολιτική υπερβαίνει την αριθμητική, αλλά ως ένα σημείο. Εδώ οι αριθμοί είναι αμείλικτοι. Θα πάμε σε ντέρμπι του χαμηλού δικομματισμού, με τον απόλυτο κατακερματισμό του υπόλοιπου πολιτικού σκηνικού και με ένα εκλογικό σώμα απογοητευμένο και χωρίς ελπίδα. Προοπτική αυτοδυναμίας απλώς δεν υφίσταται. Θα υπερισχύσει η λογική: «το μη χείρον βέλτιστο». Οι μετεκλογικές συνεργασίες «ανόμοιων, νέων και παλιών» θα προκύψουν υποχρεωτικά και θα δείτε ότι όσοι τώρα τις ξορκίζουν, θα τις υλοποιήσουν ασμένως. Ένα Ευρωπαϊκό Μέτωπο με τον Καμίνη επικεφαλής, όπως είχα προτείνει, θα είχε ξεκαθαρίσει από πριν τις συμμαχίες, το προγραμματικό πλαίσιο, θα έδινε μια νότα νεωτερικότητας και φρεσκάδας, αισιοδοξίας και βεβαίως σοβαρότητας. Θα κέρδιζε σίγουρα τις εκλογές και θα έδινε δυο τουλάχιστον χρόνια σταθερότητας και ηρεμίας που απεγνωσμένα ζητάει ο τόπος. Τώρα, αν επιβεβαιωθούν οι μετρήσεις θα έχουμε μετεκλογικά σε περίπτωση νίκης της ΝΔ τη συνεργασία του Ευρωπαϊκού Μετώπου που απαξίωσαν προεκλογικά και σε περίπτωση νίκης του ΣΥΡΙΖΑ πιθανότατα μεγάλο (τρόπος του λέγειν) συνασπισμό ΣΥΡΙΖΑ-ΝΔ.

Μερικοί και στην Ευρώπη κρίνοντας εξ ιδίων θεωρούν αυτή την τελευταία λύση ως επιθυμητή εξέλιξη και αυτός κατά πάσα πιθανότητα είναι ο λόγος που επικρότησαν την προκήρυξη των εκλογών. Το ίδιο και δυνάμεις του ελληνικού κατεστημένου που πασχίζουν - φιλότιμα είναι η αλήθεια- να μας πείσουν ότι ο Τσίπρας έχει μεταμορφωθεί σε μεταρρυθμιστή. Η δική μου εκτίμηση είναι ότι συμπράξεις ανάγκης, λόγω της πίεσης του εκλογικού αποτελέσματος δύσκολα μακροημερεύουν. Ιδιαιτέρως στη δική μας περίπτωση όπου οι πολιτικές δυνάμεις εξακολουθούν να μη λένε όλη την αλήθεια στους ζαλισμένους και ζορισμένους πολίτες. Εξακολουθούν να κρατούν αποστάσεις από τα μνημόνια που ψήφισαν, να υπόσχονται ότι θα τα διορθώσουν ή θα τα υπερβούν, να κλείνουν το μάτι στις ποικίλες συντεχνίες και να ενοχοποιούν τις μεταρρυθμίσεις. Γι’ αυτό απουσιάζει από τον εκλογικό λόγο όχι μόνο το ιδεολογικό αλλά και κάθε προγραμματικό στοιχείο. Γι’ αυτό και τα κεντρικά συνθήματα θυμίζουν οδική σήμανση ή ομαδικές ασκήσεις ανάκτησης αυτοπεποίθησης: «Ξεκινάμε, Μόνο μπροστά, όχι πίσω, Εμείς μπορούμε, Όλοι μαζί μπορούμε» και πάει λέγοντας. Τούτων δεδομένων η αίσθησή μου είναι ότι η επομένη των εκλογών, ανεξαρτήτως αποτελέσματος, θα ανοίξει μια νέα περίοδο αβεβαιότητας.

Σε κάθε περίπτωση οι περισσότεροι πολίτες θα πάνε στην κάλπη για να εκλέξουν κυβέρνηση και να αποδοκιμάσουν αυτούς που οδήγησαν τα πράγματα στο αδιέξοδο. Και ενώ μέχρι πρότινος ο ΣΥΡΙΖΑ, οι όψιμοι υποστηρικτές του στα Μέσα Ενημέρωσης και κάποιοι αφελείς της αντιπολίτευσης νόμιζαν ότι οι πολίτες είχαν αποφασίσει μαζοχιστικά να δώσουν δεύτερη ευκαιρία στον Τσίπρα, ξαφνικά διαπίστωσαν ότι σε πείσμα των ανεπαρκειών της αντιπολίτευσης η παρτίδα είναι ανοιχτή. Τι συνέβη, τι τους διέφυγε; Αυτό που συνέβη είναι ότι ενώ είναι κατά τα άλλα οπαδοί της υπεροχής της πολιτικής έναντι της αριθμητικής, εδώ μέτρησαν τελείως λάθος το αποτέλεσμα του Δημοψηφίσματος και κυρίως τα ποιοτικά χαρακτηριστικά τόσο του "Ναι" όσο και του "Όχι". Το 39% του "Ναι" ήταν ομοιογενές και - προσέξτε το αυτό - τη βδομάδα του Δημοψηφίσματος αντιπαρατέθηκε σε τέτοιο βαθμό με τον ΣΥΡΙΖΑ ώστε να μην υπάρχει επικοινωνία ψυχική και εκλογική με το κυβερνητικό κόμμα. Αντιθέτως, το 61% του "Όχι" ήταν ανομοιογενές και δύο μέρες μετά και την πανικόβλητη στροφή Τσίπρα σκόρπισε σε τέσσερις πολιτικές κατευθύνσεις: ΣΥΡΙΖΑ ΑΝΕΛ, Λαϊκή Ενότητα, ΚΚΕ, Χρυσή Αυγή. Ο πολιτικός τυχοδιωκτισμός εξανέμισε την αριθμητική υπεροχή.

Βεβαίως ούτε το 39% ανήκει εξολοκλήρου στη ΝΔ. Μόνο που Ποτάμι και ΠΑΣΟΚ αντί να διεκδικήσουν δικαιώματα συνεκμετάλλευσης σε αυτό το πολύτιμο κοίτασμα, επέδειξαν αυτιστική συμπεριφορά, περιχαρακώθηκαν και ουσιαστικά άφησαν όλο το πεδίο στη ΝΔ. Η οποία διεκδικεί πλέον με αξιώσεις την πρώτη θέση από τον ΣΥΡΙΖΑ και είναι απολύτως βέβαιο ότι με αυτό το επιχείρημα και μόνο θα πιέσει τις άλλες δυνάμεις.

Και εύλογα προκύπτει το επόμενο ερώτημα. Αφού τα πράγματα ολοφάνερα έτσι έχουν γιατί δεν προχώρησαν σε μια κίνηση αμυντικού μεν αλλά ουσιαστικού χαρακτήρα. Γιατί δεν συνεργάστηκαν ώστε να αποτελέσουν ένα ευδιάκριτο και μετρήσιμο τρίτο πόλο ικανό να παίξει ρόλο στις μετεκλογικές εξελίξεις; Γιατί καταδίκασαν τον κόσμο που τους ακολουθεί σε ρόλο κομπάρσου; Γιατί μπορούν να συνεργάζονται στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο στην ομάδα των Σοσιαλιστών και Δημοκρατών και δεν μπορούν στο ελληνικό κοινοβούλιο σε συνθήκες που το απαιτούν; Το ερώτημα βέβαια απευθύνεται στο Ποτάμι. Το ΠΑΣΟΚ από την ώρα που συνεργάζεται με τη ΔΗΜΑΡ - ευτυχώς χωρίς Κουβέλη - εικάζω ότι δεν θα είχε αντίρρηση να συνεργαστεί με το Ποτάμι.

Με αυτά και με τούτα, με σχήματα αυτάρεσκης επιβεβαίωσης ή απλής επιβίωσης η εκλογική μάχη της 20ής Σεπτεμβρίου είναι παιγνίδι για δύο και ένας ολόκληρος χώρος ζητάει έκφραση.


Δεν υπάρχουν σχόλια: