Παρασκευή, 14 Αυγούστου 2015

Τρέχα, Άλια, τρέχα

της Νίνας Γεωργιάδου 

Ήταν δασκάλα της νοηματικής γλώσσας για κωφάλαλα παιδιά στη Συρία. Συνεχίζει να είναι, μόνο που ποιος νοιάζεται πια για κωφάλαλα. Ο «μπαμπάς ο πόλεμος» επιφυλάσσει για όλα τον τρόμο, την προσφυγιά ή το θάνατο, χωρίς διακρίσεις.

Συνεχίζει να είναι δασκάλα της νοηματικής, μόνο  που γι αυτήν δεν υπάρχει πια Συρία. Υπάρχει ένα κουρέλι, από το οποίο διεκδικούν μερίδια οι Τούρκοι κι οι Ισραηλινοί. Οι Ευρωπαίοι «εταίροι» θέλουν, ως μερτικό, το δρόμο του φυσικού αερίου του Κατάρ και καμιά γερή μπάζα στις τουριστικές αξιοποιήσεις των ιστορικών χώρων. Ξέρουν από ιστορία και πολιτισμό. Οι Αμερικάνοι – καλή τους ώρα, πού τους ξεχάσαμε μέσα στην μνημονιακή μας παραζάλη; – διαπραγματεύονται, ως μεγαλοεργολαβικές εταιρίες, με μιαν απίστευτη προβλεπτικότητα, την ανοικοδόμηση του  κουρελιού.

Να μην ξεχάσουμε τους ισλαμοφασίστες που έχουν δαγκώσει ένα μεγάλο κομμάτι της πίτας, απ’ τον καιρό που τους εξόπλιζαν Ευρωπαίοι και Αμερικάνοι, ως το αντίπαλο δέος στη ρωσόφιλη Συρία.
Τι πληκτικό! Σα να βλέπεις ξανά το έργο της Γιουγκοσλαβίας σε νέα βέρσιον.

Η Άλια συνεχίζει να είναι δασκάλα της νοηματικής, μόνο που αυτή η νοηματική πια, καθώς η Άλια τρέχει, δε σημαίνει τίποτα. Πρέπει να μάθει μιαν άλλη νοηματική. Πώς να δείχνει με τα δάχτυλα τον απερίγραπτο τρόμο, πώς οι παλάμες της να απεικονίζουν εύγλωττα τη φράση, «τα έχασα όλα, ευχαριστώ για το αποφόρι, τη φρυγανιά και τις ευχές». Στη νέα νοηματική, πρέπει με το σκύψιμο του κεφαλιού να αφήνει να περνούν, αμέριμνα, όλα τα γκλομπς των διασυνοριακών ένστολων κι όλες οι χυδαίες βρισιές των διασυνοριακών πατριδοκάπηλων.

Σωστά λοιπόν διατυπώθηκε η αρχική φράση, «Ήταν δασκάλα της νοηματικής γλώσσας για κωφάλαλα παιδιά στη Συρία».
Είναι εντυπωσιακό πώς κάποιος γίνεται παρελθόν, χωρίς να έχει βιολογικά πεθάνει.
Τώρα η Άλια είναι… ή μάλλον…δεν είναι. Τώρα η Άλια τρέχει.
Πώς μπορεί ένας άνθρωπος να τρέχει επί δυο χρόνια, χωρίς να καταρρεύσει και χωρίς στο τέλος να ανεβαίνει στο βάθρο του καλύτερου δρομέα όλων των εποχών; Και μάλιστα πώς μπορεί να τρέχει απ’ το Χαλέπι, προς ένα απροσδιόριστο προορισμό, κουβαλώντας κι ένα παιδί; Και πώς μπορεί να τρέχει, κουβαλώντας ένα παιδί και υπερπηδώντας τόσα εμπόδια.

Δεν λέει γι αυτά κουβέντα. Απεικονίζονται όλα, με μιαν εκπληκτική ευκρίνεια, στις διεσταλμένες κόρες των ματιών της.
Πρώτα το βομβαρδισμένο σπίτι. Σωροί σπασμένα τούβλα, ξεκοιλιασμένοι τοίχοι, σπασμένα κάδρα και σκόρπια ρούχα, ανάκατα με κουτσές καρέκλες.
Μετά ένα  βίντεο με έναν  εικοσάχρονο που έχει ένα πιστόλι να του σημαδεύει τον κρόταφο. Στην επόμενη λήψη ο εικοσάχρονος είναι κιόλας νεκρός. Ποιος είναι Άλια; Πώς μπορεί ένα παιδί να γίνεται παρελθόν, χωρίς αρρώστια, στα είκοσί του χρόνια; Ποιος διεστραμμένος σου έστειλε αυτό το βίντεο; Ο πόλεμος, μου λέει.

Τα μάτια της Άλια συνεχίζουν να ξεδιπλώνουν εικόνες.
Η νυχτερινή πορεία μέσα απ’ τα τουρκικά σύνορα. Μια σκοτεινή εικόνα σε απόλυτη σιωπή. Το μόνο που φαίνεται είναι δυο ανάσες. Δεν ακούγονται, μη τυχόν και ξυπνήσουν τα ξούθια της νύχτας. Φαίνονται μόνο. Όπως φαίνεται το ψάρι όταν  ανοίγει  το στόμα να αναπνεύσει σε ενυδρείο που τελειώνει το οξυγόνο.

Συνεχίζω να ξεφυλλίζω τις εικόνες των ματιών της.
Η Άλια δυο χρόνια πλένει πιάτα στην Τουρκία. Ήταν κι αυτή μια δουλειά των χεριών, όπως η νοηματική. Και μαζεύει το πολυπόθητο ποσό που ζητά ο δουλέμπορος για ένα ταξίδι μισής ώρας στο σαπιοκάραβο και στη νύχτα.

Τέσσερεις απόπειρες φυγής.
Στην πρώτη δεν μπαίνουν καν στη βάρκα. Έχει πάρει καιρός.
Στη δεύτερη τους αφήνουν  ξυλάρμενους, έξι ώρες ακυβέρνητους στα κύματα. Και το ρεύμα τους γυρίζει πίσω. Ο μαφιόζος έχει γίνει καπνός.
Στην τρίτη δεν έχουν επαρκέσει τα πιάτα για το ναύλο.
Στην τέταρτη απόπειρα τους φορτώνουν στο σάπιο και μετά από πέντε ώρες πιάνουν στεριά. Τα δικά μας βράχια.
Τους βλέπουμε το επόμενο πρωί. «Don’t be scared. Δεν έχουμε πολλά να σας προσφέρουμε. Ένα ποτήρι γάλα, δυο φρυγανιές και μια αλλαξιά αποφόρια. Σε λίγο θα έρθουν και οι γιατροί χωρίς σύνορα. Δεν έχετε λόγο να φοβάστε».

Η Άλια, για δυο βδομάδες πια, δεν τρέχει. Κάθεται υπομονετικά κάτω απ’ τον ήλιο, στην αφόρητη ζέστη, κοιμάται στα χαλίκια, ποτίζεται με υγρασία της νύχτας, χαϊδεύει το κεφάλι της κόρης της για να μπορέσει να κοιμηθεί, τρώει με μικρές μπουκιές τις φρυγανιές για να αυταπατάται. Τη δέκατη μέρα έχει εξαντληθεί. Την παίρνουμε στο νοσοκομείο και της βάζουμε ορό.
Οι ηλεκτρολύτες καμιά φορά είναι πιο αναγκαίοι απ’ την ελπίδα. Επιστρέφοντας απ’ το νοσοκομείο στο κατάλυμα των χαλικιών, υπάρχει ένταση.  Στην περιοχή έχουν ακροβολιστεί καμιά δεκαριά φουσκωτοί «πατριώτες». Ουρλιάζουν, βγάζοντας ένα πηχτό αφρό. Από πηχτό «πατριωτισμό» ή απ’ τη ζέστη; « Πήγαν να κατεβάσουν την ελληνική σημαία» Και όλοι μαζί αναπαράγουν αυτό που κανένας δεν είδε.
Τα χέρια της Άλια τρέμουν. Καταλαβαίνω τι θέλει να πει, χωρίς να ξέρω τη νοηματική.

Τις επόμενες ώρες τα «πατριωτικά» σάιτς – ανάμεσά τους κι ένα «χριστιανικό»  ξεχειλίζουν «εθνική περηφάνεια». Αντιγράφω. Δεν μπαίνω καν στον κόπο ν’ αλλάξω τη γραμματοσειρά. «βάλτε τους σε ένα σαπιοκάραβο και δρόμο, βρωμιάριδες. Τροφή για τα ψάρια». «Μια παλιοβαρκα και ένα διναμιτη μέσα για βτον που αγιχε την σιμεα μας» «Ksilooo reee» «κανεις δεν πρεπει να επητρεψει ουτε να αγκιξοουν ελληνηκη σημαια…αν ειναι τοσο μαγκητες να πανε να πολεμισουν για την πατριδα τους οπως εκαναν παντα και η ελληνες και δεν το σκαγανε σαν βρεγμενες γατες σε αλλες χωρες κανενα ελεος σε τετιες πραξεις ηποστολης σημαιας καμια ανοχη»

Δεκάδες τέτοια. Κάνω printscreen τη σαπίλα και την αποθηκεύω ως εικόνα, με τον τίτλο, ΥΠΟΚΟΣΜΟΣ. Θέλω να την ανεβάσω στο facebook. Ξέρω προκαταβολικά ότι λίγοι φίλοι θα κάνουν like. Οι περισσότεροι προτιμούν την ανεμελιά. Το καινούργιο παρεό της Λιλίκας, το πορτοκαλί ηλιοβασίλεμα. Είναι τόση η προτίμηση στην ανεμελιά που περνούν από τον καταυλισμό των χαλικιών και αποστρέφουν το βλέμμα, σχολιάζοντας μετά στην αντικοινωνική  δικτύωση, ότι «είναι πολύ ευαίσθητοι για να αντέξουν το θέαμα». Είναι πραγματικά πολύ άβολη υπόθεση ο ανθρωπισμός όταν βγαίνει από τα γλυκανάλατα ποιήματα ή τα ποσταρισμένα ρητά και αποκτά χέρια, πόδια και προπάντων στόμα που πρέπει να φάει. Και γίνεται από άβολος, αφόρητος αυτός ο ανθρωπισμός όταν μυρίζει ιδρωτίλα γιατί μια ντουσιέρα για διακόσιους δεν φτάνει ούτε να φτύσει.

Μπαίνω στο «χριστιανικό» σάιτ που διεγείρει με μεγαλύτερη φούρια αυτό το βούρκο των «καλών χριστιανών και καλών πατριωτών» και προσπαθώ να μιλήσω τη γλώσσα τους. Ανεβάζω τον ψαλμό του Ιωσήφ,
«Δός μοι τούτον τον ξένον, τον εκ βρέφους ως ξένον ξενωθέντα εν κόσμω.
Δος μοι τούτον τον ξένον, όστις οίδε ξενίζειν τους πτωχούς και τους ξένους.
Δος μοι τούτον τον ξένον, ίνα κρύψω εν τάφω, ος ως ξένος ουκ έχει την κεφαλήν πού κλίνη.

Ξέρω προκαταβολικά πως είναι μάταιος κόπος. Πέρα από το γεγονός ότι οι πολύ ελληνάραδες δεν μιλούν ελληνικά αλλά ένα γλωσσόπραμα που μόνο μεταξύ τους κατανοούν, το ανθρώπινο γένος έχει αρχίσει την αντίστροφη πορεία στην απεικόνιση του από τετράποδο σε δίποδο. Ο νέος μεσαίωνας πρέπει να συνοδευτεί από στρατιές αποκτηνωμένων χειραγωγήσιμων.

Γυρνάω στον καταυλισμό των χαλικιών. Αυτή που έχει την «Εξωτική Καντίνα» ουρλιάζει. «Να πάνε στο διάολο. Γεμίσανε την παραλία με μικρόβια. Πανούκλα θα πάθουμε»
Αυτόματα μου ‘ρχεται στο νου η Πανούκλα του Καμύ κι εκείνος ο απαισιόδοξος επίλογός του για το φασισμό. «Ο βάκιλος της πανούκλας δεν πεθαίνει ούτε χάνεται ποτέ. Μπορεί να επιζεί απαρατήρητος. Να μένει για πολλά χρόνια κρυμμένος ανάμεσα σε έπιπλα και σε σεντόνια…. Να καρτερά υπομονετικά .Ώσπου κάποια μέρα η Πανούκλα να αναστήσει τους αρουραίους της»

Κατά τα άλλα, από αρρώστιες αυτό τον καιρό είχαμε, εκτός από  την αφυδάτωση της Άλια και την ανάγκη για neοral του Γιουσέφ που έχασε τον ένα του νεφρό κι ώσπου να βεθρεί το «δύσκολο φάρμακο» στην Ελλάδα, την αποψιλωμένη από φάρμακα κι ελπίδα, το βλέμμα του τριαντάχρονου Γιουσεφ έπαιζε από το φόβο στην παραίτηση.

Μετά την ένταση, τα ταξιδιωτικά χαρτιά των κυνηγημένων έχουν ετοιμαστεί. Η Άλια ανεβαίνει στο καράβι μαζί την κόρη της, ξεκινώντας ένα νέο ταξίδι στο φόβο κι έχοντας να διασχίσει άλλες τέσσερεις μπάρες συνόρων.

Μένω να κοιτώ τη θάλασσα. Μου ‘ρχονται στο μυαλό τα λόγια της Ματίνας. «Αχ κι αυτή η θάλασσα! Αντί να βγάζει κοχύλια κι αστερίες, βγάζει τρομαγμένα παιδιά»
Τρέχα, Άλια, τρέχα.

Έτσι όπως έχουμε γίνει πια, αν μπορούσα, θα έτρεχα κι εγώ.

Αναδημοσίευση από  kalymnosola.wordpress

Δεν υπάρχουν σχόλια: