Τρίτη, 16 Ιουνίου 2015

«Η χώρα πια δε μ’ αρέσει»

Βγήκαμε για ποτό. Φίλοι, ο ένας τραπεζικός υπάλληλος, οι δύο με δικές μας επιχειρήσεις, ένας ξενιτεμένος στην Ζυρίχη κι ένας άνεργος. Ηλικίες από 30 έως 35 όλοι. Αν σκέφτεις ότι μόλις 1 στους 5 ήταν ο άνεργος, πάλι καλά ήταν.

Όσο περνάει ο καιρός και δεν αλλάζει τίποτα, τόσο περισσότερο έρχεται στις κουβέντες το ένα και μοναδικά καυτό θέμα· της μετανάστευσης. Να μείνουμε ή να φύγουμε;
Στις αρχές, το δίλημμα το είχαν όσοι δεν βρίσκανε δουλειά. Πιθανόν να είχαν ένα πτυχίο το οποίο στην Ελλάδα δεν μπόρεσαν να βρουν τρόπο για να αξιοποιήσουν, οπότε η αμέσως επόμενη λύση ήταν η αναζήτηση της τύχης στο εξωτερικό. Κι ήταν λογικό και σεβαστό.

Όσο περνάει ο καιρός, όμως, παρατηρώ σε παρέες μου, φίλους και γνωστούς μου, πως η τάση μετατοπίζεται. Δεν μιλάνε πια για ενδεχόμενη μετανάστευση μόνο όσοι αναζητούν μια αξιοπρεπή θέση εργασίας, αλλά και αυτοί που ήδη εργάζονται κάπου και είναι καλά εκεί. Μπορεί να είναι υπάλληλοι, να έχουν μια δική τους επιχείρηση, ή μπορεί και οικογένεια· σαφώς περισσότερο «στρωμένες» ζωές από κάποιους άλλους που ακόμα ψάχνουν εργασία, κι ένα σημείο αναφοράς πάνω στο οποίο θα στήσουν τις ζωές τους, τις οικογένειές τους.

Θέλουν να φύγουν γιατί η χώρα πια δεν τους αρέσει. Τόσο απλό και συνάμα τόσο σκληρό. Σκέφτονται πως η ζωή είναι μικρή για να την περάσεις σε μία κοινωνία διαρκώς διχασμένη με τον ίδιο της τον εαυτό κι αόριστα θυμωμένη. Ίσως όχι και τόσο αόριστα σκέφτομαι εγώ.

Πρέπει να αλλάξουμε, αμέσως. Όχι για να ρίξουμε τα spreads, να μειώσουμε το έλλειμμα ή να εξαλείψουμε την ανεργία· όχι. Αλλά για να πείσουμε τους εαυτούς μας ότι αξίζει να μείνουμε εδώ. Είναι άλλο πράγμα να μεταναστεύεις για να πας κάπου και άλλο να το κάνεις για να φύγεις από κάπου. Αξίζει να προσπαθήσουμε για όσα συμφωνούμε κι όχι να επιβεβαιώνουμε ξανά και ξανά τα όσα διαφωνούμε, όσο κι αν διαφωνούμε. Να σώσουμε ό,τι απέμεινε από τα παιδικά μας χρόνια.
Εμάς χρειάζεται ο τόπος μας, κανέναν «ηγέτη» μα όλους μαζί και τον καθένα ξεχωριστά· με την ευθύνη του καθενός μας για να θεσπίσουμε επιτέλους κανόνες δίκαιους μέσα στη μεγάλη συλλογικότητά μας. Θεσμούς και δομές τέτοιες που θα διασφαλίζουν πως ό,τι και να γίνει, το μόνο που θα είναι πάντα αναγκαίο για το κοινωνικό μας σύνολο, θα είναι ο καθένας μας ξεχωριστά. Κανένας λιγότερο, κανένας περισσότερο, μα ο καθένας μας· με τα ατομικά του δικαιώματά αλλά και τις προσωπικές του ευθύνες.

Κι ας κουνάμε λιγότερο το δάκτυλο στον άλλον, κι ας είμαστε λίγο μετρημένοι. Ίσως και λίγο ταπεινοί. Μια ταπείνωση που δεν θα έχει όμως να κάνει με τα χρέη μας, τα spreads μας, την ανεργία μας, τις τράπεζες και τα μνημόνιά μας.

Αλλά μια ταπείνωση σαν εκείνη του ανθρώπου που ενώ παιδί ήθελε να αλλάξει τον κόσμο, μεγαλώνοντας δεν καταφέρνει ν’ αλλάξει ούτε τον εαυτό του.

* Ο Νικόλας Μάστρας Γκουλέμας είναι επιχειρηματίας και ζει στην Κοζάνη. 

protagon.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια: