Κυριακή, 31 Μαΐου 2015

Δεν είναι κρίση, είναι παρακμή

Χρήστος Γιανναράς ΧΡΗΣΤΟΣ ΓΙΑΝΝΑΡΑΣ

Ονομάζουμε «οικονομισμό» την υποταγή της πολιτικής στην οικονομία: Ο πολιτικός προβληματισμός και οι πολιτικές στοχεύσεις δεν αντλούνται από τις ανάγκες της κοινωνίας και δεν αποβλέπουν σε αυτές. Αφορούν και αποβλέπουν κατά απόλυτη προτεραιότητα (ή αποκλειστικά) στις απαιτήσεις εξισορρόπησης λογιστικών μεγεθών, στην κατασφάλιση των Τραπεζών – όχι στη διακονία της συλλογικότητας και των προβλημάτων της.

Σήμερα οι δανειστές της Ελλάδας επιβάλλουν στην καταχρεωμένη χώρα μας, εκβιαστικά, τον οικονομισμό. Και οι ελλαδικές κυβερνήσεις (τόσο του σοσιαλ-δεξιού αχταρμά της ντροπής, που προηγήθηκε, όσο και της αριστερο-παρδαλής ασυνεννοησίας που ακολούθησε) πειθαρχούν στον εκβιαστικό οικονομισμό άτσαλα, σπασμωδικά, αυτοσχεδιάζοντας. Αποτέλεσμα: Πέντε χρόνια τώρα, εφιαλτικά τα μεγέθη της ανεργίας, γκανγκστερική ατίμωση των συμβολαίων που είχε υπογράψει το κράτος με τους λειτουργούς του (εν ενεργεία ή σε σύνταξη), διάλυση των υπηρεσιών υγείας και νοσοκομείων, ανυπαρξία επιστημονικής έρευνας, μηδενισμός των εξοπλιστικών προϋποθέσεων εθνικής άμυνας, και μύρια ανάλογα. Θυσίες εξωφρενικές, μόνο για να επιτευχθούν εκείνοι οι δείκτες οικονομικών μεγεθών, που θα πείθουν τους δανειστές για τη σίγουρη επανάκτηση των χρημάτων τους.

Οταν μια χώρα φτάνει στη χρεοκοπία (από ξέφρενες σπατάλες του πολιτικού της προσωπικού στον βωμό της συντήρησης του πελατειακού κράτους) η υγιής (δηλαδή λογική) στάση είναι να κηρύξει αδυναμία πληρωμών προς τους δανειστές της. Το ρίσκο στην περίπτωση αυτή είναι να χάσει, για κάποιο διάστημα, πηγές δανεισμού. Και η ευκαιρία είναι να ξαναστήσει, από την αρχή, την οικονομία της σε στέρεες, υγιείς βάσεις. Στοιχειώδης προϋπόθεση για την υγιή - λογική στάση είναι να λειτουργήσει νέμεσις: Να τιμωρηθούν με δήμευση περιουσίας οι αυτουργοί του κακουργήματος της εξωφρενικής δανειοληψίας. Και να αναζητήσουν οι πολίτες καινούργιους πολιτικούς ηγέτες, ικανούς να λειτουργήσουν ως κοινωνικοί αναμορφωτές.

Η υγιής λύση δεν προκρίθηκε στην περίπτωση της Ελλάδας. Την κρίσιμη ώρα ο πρωθυπουργός ήταν ολίγιστος, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας διακοσμητικός, οι κοινωνικοί θεσμοί (Δικαιοσύνη, Τοπική Αυτοδιοίκηση, Ενοπλες Δυνάμεις, Ακαδημία Αθηνών, Επισκοπικό Σώμα) ιδιοτελέστατα παραιτημένοι από την ευαισθησία και τις ευθύνες για τα κοινά. Και ταυτόχρονα οι δανειστές είχαν έγκαιρα προνοήσει να κατασφαλίσουν δικαιώματα δήμευσης των «φιλέτων» από την κοινωνική περιουσία των Ελλήνων.

Να μην ξεχνάμε ότι, σε αντίθεση με τους χαυνωμένους από την καταναλωτική υστερία Ελλαδίτες, οι δανειστές ήξεραν πολύ καλά, όταν δάνειζαν, ότι διακινδύνευαν έναν παρανοϊκό υπερδανεισμό – η δανειολήπτης χώρα ήταν αδύνατο, στον αιώνα τον άπαντα, να αποπληρώσει τέτοιο υπέρογκο χρέος. Οπως ήξεραν και ότι, το μεγαλύτερο μέρος του πακτωλού των χρημάτων που δάνειζαν στην Ελλάδα θα επέστρεφε στις δικές τους Τράπεζες, ως προϊόν της καταλήστευσής τους (ωμής λωποδυσίας) από την «άρχουσα» στην Ελλάδα τάξη. Ηξεραν, ακόμα, ότι θα ήταν ευκολότατο να επιβάλουν στους σπιθαμιαίους κυβερνήτες της ελλαδικής μπανανίας συμφωνίες αποπληρωμής του εξωφρενικού χρέους («μνημόνια») που μόνο κάφροι θα τις αποδέχονταν – καθιστούσαν την Ελλάδα κράτος εθελούσια παραιτημένο από την ανεξαρτησία του, με ταπεινωτική, ακραίου εξευτελισμού επιτόπια επιτρόπευση υπουργείων και δημόσιων υπηρεσιών.

Οι σπιθαμιαίοι του σοσιαλ-δεξιού αχταρμά δεν μπορούσαν ούτε καν να διανοηθούν ότι η καταστροφή που συντελέστηκε στη χώρα ήταν και ευκαιρία «επανίδρυσης» του κράτους: Με μοχλό τις απάνθρωπες απαιτήσεις των δανειστών θα μπορούσαν να κατορθωθούν καίρια διαρθρωτικά (κοινωνικής ανασυγκρότησης) επιτεύγματα: Να θεμελιωθεί ριζικά καινούργιο ασφαλιστικό σύστημα (υπήρχε, ως μαγιά, η πρόταση Τάσου Γιαννίτση και αγνοήθηκε). Να επανακριθούν οι στρατιές των πρόωρα ή χαριστικά συνταξιοδοτημένων και των διορισμένων με κομματικά σημειώματα στο Δημόσιο. Να σχεδιαστεί εξ υπαρχής η οργάνωση υπουργείων και κρατικών υπηρεσιών. Να απεξαρτηθεί νομοθετικά ο συνδικαλισμός από τα κόμματα. Να επανελεγχθούν οι υπερβάσεις των συμβάσεων εργοληπτών και προμηθευτών του Δημοσίου τα τελευταία σαράντα χρόνια. Να δημευθούν επίσης περιουσίες για τις χαριστικές επιδοτήσεις και τη διαγραφή χρεών των πολιτικών κομμάτων, των ραδιοτηλεοπτικών συγκροτημάτων, των εταιρειών επαγγελματικού αθλητισμού.

Κοντολογίς: να καταλυθεί το πελατειακό κράτος, κάτι που μόνο σε συνθήκες εξόφθαλμης καταστροφής μπορούσε να επιχειρηθεί. Μόνο με μοχλό τη φρίκη της ανεργίας, την κατοχική εικόνα των μαγαζιών με τα κατεβασμένα ρολά, τις ουρές των πεινασμένων στα συσσίτια της Εκκλησίας, μόνο στο κλίμα αυτού του πανικού θα μπορούσαν τα κόμματα να αρνηθούν για την πελατεία τους τον ρόλο του προαγωγού. Αλλά μαζί με την εφιαλτική συγκυρία, ήταν απαραίτητη προϋπόθεση και η ενεργητική βούληση των κομματαρχών να αποδουλωθούν από τη φαυλότητα και τη λαμογιά. Να φιλοδοξήσουν τη σωτηρία από τον επονείδιστο στιγματισμό που θα συνοδεύει το όνομά τους, αιώνες αιώνων, στις σελίδες της Ιστορίας.

Φυσικά και δεν είχαν ούτε την αρετή ούτε την τόλμη για τέτοιο ανδραγάθημα. Κάποια στιγμή, μπροστά σε καινούργια απαίτηση των δανειστών για παραπέρα μείωση μισθών και συντάξεων, η σοσιαλ-δεξιά κυβέρνηση παραιτήθηκε, κατεσπευσμένα, προκηρύσσοντας εκλογές. Κεντρικός άξονας και αυτής της προεκλογικής αντιπαράθεσης δεν ήταν η αντιμετώπιση του δεδομένου εφιάλτη της καταστροφής, αλλά μικρονοϊκές μωρολογίες για «πρωτογενές πλεόνασμα» που «ήδη αλλάζει τη ζωή μας» ή λαϊκίστικες επαγγελίες της «αριστερής» παρδαλής ασυνεννοησίας για επαναπρόσληψη όλων των απολυμένων του Δημοσίου!

Τέσσερις μήνες τώρα η καινούργια κυβέρνηση δείχνει να παραπαίει ανάμεσα στην άσκηση πολιτικής και στο κυνηγητό τού εντυπωσιασμού συγχέοντας την πολιτική με τις επιδόσεις σε πυκνότητα τηλεοπτικών εμφανίσεων. Παράλληλα όμως, έστω και μέσα από πολλές αστοχίες και παιδαριώδεις συγχύσεις, συνέβαλε στο να έρθουν στο φως και να συνειδητοποιηθούν δυο πολύ σημαντικά δεδομένα: Το πρώτο, ότι η στρατηγική των δανειστών είναι άτεγκτα αποφασισμένη να αντιμετωπίσει την Ελλάδα με τους όρους που έχει επιβάλει ο παγκοσμιοποιημένος ολοκληρωτισμός της δικτατορίας των «Αγορών». Και το δεύτερο, ότι η ελλαδική «Αριστερά» δεν θα διανοηθεί ποτέ να καταλύσει το πελατειακό κράτος της σοσιαλ-Δεξιάς.

Μακάρι η διάγνωση να είναι εσφαλμένη.
Έντυπη
ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ
 

It's our choice...



Being off line is a choice, option, luxury.
But it goes to a dead end…
So, it’s your choice…

 


Σάββατο, 30 Μαΐου 2015

Στα τσακίδια να ευχηθώ ολόψυχα

Στα τσακίδια να ευχηθώ ολόψυχα 

Της Έλενας Ακρίτα

"Αηδιαστικό κολαστήριο" η Κως απο τους εξαθλιωμένος μετανάστες.

Είπε η Αγγλίδα νοσοκόμα. Η Αδελφή του Ελέους! Πού όχι αδελφή ή ξαδέλφη: Ούτε μακρινή συγγενής δεν είναι με το Έλεος.

Λοιπόν, να ξεκαθαρίσουμε πεντέξι πραγματάκια γιατί σαν να παραγνωριστήκαμε με την αναλγησία:

1.) Κανένας δεν έρχεται στην Ελλάδα γιατί γουστάρει αυτή τη Γη της Επαγγελίας ή για να λιαστεί στην Ομόνοια: Οι περισσότεροι, ΑΝ βγουν ζωντανοί απ' τα σαπιοκάραβα, νομίζουν ότι βρίσκονται στις ακτές της Ιταλίας.

2.) Περνάμε στο ντούκου το κύκλωμα αστυνομικών που εξαρθρώθηκε (;) και που συνεργαζόταν με δουλέμπορους, αποκαλούσε τα δουλεμπορικά σαπιοκάραβα 'ο Χάρος' και το ανθρώπινο φορτίο τους 'πρόβατα' και κατσίκια.

3.) Αδιαφορούμε πλήρως για τους δουλέμπορους που δολοφονούν, πνίγουν, βιάζουν, βασανίζουν, απειλούν, εκβιάζουν, τρομοκρατούν γιατί ο πρόσφυγας δεν έδωσε το νεφρό του να πουληθεί στην εμπορία οργάνων.

4.) Οι οικογένειες απ' τη Συρία και το Αφγανιστάν δεν είναι μεταναστες. Είναι πρόσφυγες πολέμου. Νοικοκυραίοι άνθρωποι που ξεριζώθηκαν - όπως ο Ελληνισμός τόσες φορες. Το καταλαβαίνουν μερικοί ή μπα;
Αυτό γιατί ο πρόσφυγας είναι στοιχειωδώς άνθρωπος κι ο μετανάστης υπάνθρωπος.

5.) Κάποιο τονίζουν ότι οι πρόσφυγες είναι επιστήμονες. Γιατροί, δικηγόροι, οικονομολόγοι. Ναι, είναι. Αυτό τους κάνει λιγότερο ή περισσότερο ανθρώπους απο τον άστεγο, τον φτωχό, τον αγρότη, τον εργάτη;

6.) "Αν τους λυπάσαι, να τους πάρεις σπίτι σου!" θα ανακράξουν τα απανταχού φασιστόπουλα. Όχι, μάγκες ('μάγκες' - λέμε τώρα!) δεν θα τους πάρουμε σπίτι μας. Δεν είναι δουλειά του πολίτη να λύση το πρόβλημα. Είναι δουλειά του κράτους. Είναι δουλειά της - εκάστοτε - κυβερνησης. Σαφές;

Και τέλος:

Κι εμείς σιχαινόμαστε πολλούς από τους συμπατριώτες σας, κυρία μου.

Σιχαινόμαστε να περπατάμε στα όμορφα νησιωτικά σοκάκια και το 17χρονο βλαστάρι σας να ξερνοβολάει όλες τις μπόμπες αλκοόλ που σαβούρωσε.

Σιχαινόμαστε - ΚΑΙ εξαγριώνόμαστε - να κάνουμε βόλτα βραδάκι με το 10χρονο παιδί μας και μια ομοεθνής σας αγελάδα να τους κολλάει μεθυσμένη τα γυμνά της στήθη στο πρόσωπο ενώ οι υπόλοιποι χάσκουν.

Σιχαινόμαστε που πηδιέστε μαστουρωμένοι νδίπλα μας μέρα μεσημέρι.

Κι εμείς σιχαινόμαστε τον all inclusive 'βραχιολάκια' με την άσπρη κάλτσα και το πέδιλο που βρίζει το γκαρσονάκι, αράζει στην πισίνα και δεν βγαίνει όχι αξιοθέατο να δει, αλλά ούτε σουβλάκι να αγοράσει έξω απ' το πακέτο που έκλεισε.

Κι εμείς σιχαινόμαστε που δεν σέβεστε τον τόπο που σας φιλοξενεί, οπως κάνουμε - οι περισσότεροι απο μας, τουλάχιστον - στην δική σας πατρίδα.

Ξέρετε κάτι καλοθρεμμένη μου μανταμίτσα;Που κάνετε κάνετε συλλογή από κούπες και μπλουζάκια με το βασιλικό σας ζεύγος και τα βασιλικά του μωρά; Που η καπιτάλε σας ψυχαγωγία είναι να σέρνεστε ντίρλα τα Σαββατόβραδα στις συνοικιακές παμπ;

Γυρίστε εκεί όπου ανήκετε. Στο ξερατό του μεθυσμένου συμπατριώτη σας, όταν τρεκλίζει απ' τις φτηνές μπίρες... Όσο να πεις, αυτός έχει άλλο επίπεδο!

Στα τσακίδια να ευχηθώ ολόψυχα, αδελφή - ούτε καν προϊσταμένη!
ΤΑ ΝΕΑ


Παρασκευή, 29 Μαΐου 2015

Το Αντίο σε μια Πατρίδα


Της KaPaworld
Μπήκα στο χώρο συνάντησης κι ήταν καθισμένη διστακτικά σε μια καρέκλα. Σήκωσε το κεφάλι της και κοιταχτήκαμε. Τα μάτια της μεγάλα, μαύρα κι υγρά. Τα μαλλιά κατάμαυρα και η εικόνα της τόσο υπέροχα εξωτική στα δικά μου μάτια. Ανατολίτισσα, πανέμορφη και τόσο μα τόσο ντροπαλή, με μια γοητευτική φυσική ευγένεια.

Έδωσα το χέρι πρώτα στη μαμά της που καθόταν δίπλα της και μετά στην ίδια. Γρήγορες συστάσεις… και μετά η μαμά αποχώρησε. Μείναμε οι δυο μας να χαμογελάμε αμήχανα η μια στην άλλη… Δεν μιλά την γλώσσα μου, δεν μιλώ τη γλώσσα της και αποφασίσαμε να συνεννοούμαστε στα αγγλικά.

Την ρώτησα πώς είναι και τα μεγάλα αμυγδαλωτά της μάτια γέμισαν δάκρυα! Δεκάξι χρονών, ζει στην χώρα μας ένα μήνα και δέκα μέρες ακριβώς. Έμεινα σιωπηλή κι ήταν σαν έναν μικρό ποτάμι να άρχισε να κυλά δίπλα μου…

Μου είπε για τις βόμβες, που έπεφταν παντού, για τις σφαίρες που σφύριζαν πάνω από τα κεφάλια τους. Για το ότι σαν έφευγε για το σχολείο, δεν ήξερε αν θα γύριζε σπίτι της κι αν θα ξανάβλεπε τους γονείς της. Για τους φίλους της που έχουν σκοτωθεί. Για την βόμβα που έπεσε στο δρόμο και έσπασε την τζαμαρία πίσω της. Για τα τζάμια που χαράκωσαν την πλάτη της – σηκώθηκε αργά και σήκωσε την μπλούζα για να δω τα σημάδια της.

Μου είπε για το μικρό δεκάχρονο αγόρι που το αίμα έτρεχε από το λαιμό του σαν ποτάμι και ο νοσοκόμος της ζήτησε να πιέζει με τα δάχτυλα της την πληγή για να μην φεύγει το αίμα.

Μου είπε πώς είναι τα μάτια ενός ανθρώπου την ώρα που στραγγίζει από μέσα του η ζωή, σαν εκείνο το αγόρι που την κοίταζε στα μάτια και τα δάχτυλα της πίεζαν την πληγή στο λαιμό του την ώρα που πέθαινε, εκεί στη μέση του δρόμου, στο μικρό υπαίθριο καφέ που είχε καθίσει, με το φρέσκο χυμό ακόμη στο χέρι της.

Μου είπε για το ότι είδε αποκεφαλισμούς ανθρώπων και μικρά παιδιά να πέφτουν στον δρόμο πυροβολημένα από ελεύθερους σκοπευτές.

Μου έδειχνε με τα χέρια της πώς πετούσαν οι άνθρωποι διαμελισμένοι από βόμβες που έσκαγαν στην αγορά και με το στόμα της έκανε τον θόρυβο και τη βοή του πανικού, λίγο πριν την ανατίναξη.

Μου μίλησε για τις αρπαγές κοριτσιών από τους στρατιώτες και για τον φόβο των γονιών της μην συμβεί το ίδιο και σε εκείνη.

Μου είπε για την απόφαση να φύγουν, για την ημέρα του αποχαιρετισμού,για τα δάκρυα και τα γέλια και την χαμένη ελπίδα, πως θα ξαναδεί το σπίτι της,την αυλή της,το δωμάτιο της. Το ροζ εφηβικό της δωμάτιο, που μου περιέγραψε με κάθε λεπτομέρεια.

Μου μίλησε για τον υποχρεωτικό αποχωρισμό από τον μπαμπά που έπρεπε να μείνει πίσω. Για το μικρό σακίδιο που έπρεπε εκεί να χωρέσει όλη την παλιά ζωή της κι εκείνη επέλεξε να πάρει ζωγραφιές κι ευχές φίλων της,παρά ρούχα ή κάτι πιο χρήσιμο.

Μου μίλησε για το ταξίδι στην Τουρκία,το περπάτημα μέσα από τα βουνά, το κρύο,την κούραση, τη σιωπή και την πείνα.

Μου είπε για το ταξίδι με τη βάρκα. Τη θάλασσα άγρια, πως κουνούσε και ζαλιζόταν, πως φοβόταν.

Μου μίλησε για το πώς έφτασαν στην Κω και πώς πέρασαν εκεί δύο δύσκολες μέρες σε απόλυτη εξαθλίωση και πείνα,μα πως όλοι ήταν καλοί μαζί τους…

Κι ύστερα Αθήνα κι ύστερα… Θεσσαλονίκη κι ύστερα…εκεί απέναντι μου να μου μιλά για τη φρίκη της. Τα μάτια της έτρεχαν ποτάμι, κανένας λυγμός, κανένας ήχος, μόνο δάκρυα. Ένα παιδί.

Ένα παιδί που είχε ζήσει την κόλαση κι είχε επιβιώσει…

Ήθελα να βρω τα σωστά λόγια μα δεν υπήρχαν… Με κοίταξε ίσια στα μάτια και μου είπε πως πριν τον πόλεμο η Συρία ήταν η πιο όμορφη χώρα στον κόσμο. Πως ήξερε πως δεν θα την ξαναδεί και πως θα την αγαπούσε για πάντα…
Την ρώτησα τι θυμόταν από την χώρα της πριν από τον πόλεμο…
«Τίποτε». Μου απάντησε «Ήμουν τόσο μικρή όταν άρχισε ο πόλεμος, που δεν θυμάμαι πως ήταν πιο πριν». «Τότε πώς ξέρεις πως ήταν όμορφη;» Τη ρωτάω.

Ακούμπησε το ντελικάτο σχεδόν γυναικείο χέρι της στο στήθος της και κλείνοντας τα μάτια ψιθύρισε, «Το ξέρω γιατί όταν τη θυμάμαι πονάει η καρδιά μου»…
Αντίο Πατρίδα…
Η ιστορία είναι αληθινή…όπως και η συνάντηση μου μαζί της! Καλημέρα αγαπημένοι…

Πηγή:http://kapaworld.blogspot.gr/2015/05/blog-post_26.html#sthash.nloYXyez.dpuf




........................



Mερικά χαρτιά είναι τόσο καμένα που δεν φτάνουν ούτε για στάχτη στα μάτια.
{Ε}

προνοητική η νύχτα



Αθόρυβα που πατά η νύχτα, προνοητική
για ό,τι αφέθηκε ανεκπλήρωτο ή ανείπωτο

Ανδρέας Αγγελάκης