Σάββατο, 23 Αυγούστου 2014

Εμμανουήλ Κριαράς

«Δεν θέλω, πλέον, να ζω. Θέλω να διατηρήσω την αισιοδοξία μου αλλά δεν μου το επιτρέπουν τα "πράγματα" όπως έχουν καταστεί. Και σε κοινωνικό και σε προσωπικό επίπεδο. Κοινωνικά, μ' αυτή την κατάπτωση την οικονομική, αλλά όχι μόνο. Είναι πολιτικό το πρόβλημα και βεβαίως και πρόβλημα παιδείας.». Είναι τα λόγια του Εμμανουήλ Κριαρά, στην τελευταία συνέντευξη που παραχώρησε το 2013, σε ηλικία 107 ετών, στη δημοσιογράφο Βίκυ Χαρισοπούλου, για το ΑΠΕ/ΜΠΕ.
Ο σπάνιος αυτός άνθρωπος, ίσως ο σπανιότερος που ζούσε ανάμεσά μας, δεν βρίσκεται πλέον στη ζωή. Απεβίωσε σε ηλικία 108 ετών στο σπίτι του στη Θεσσαλονίκη. Μία σπουδαία προσωπικότητα που δεν σπατάλησε τη γενναιοδωρία της ζωής και του χρόνου. «Δεν ήλπιζα τόσο μακρά ζωή... Θυμάμαι, ξέρετε, τον κομήτη του Χάλεϊ, την εμφάνιση του Βενιζέλου, παρέστην – μικρό παιδί – σε ένοπλο συλλαλητήριο στην Κρήτη...».
Ο διακεκριμένος φιλόλογος και ομότιμος καθηγητής της Φιλοσοφικής σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, γεννήθηκε στις 28 Νοεμβρίου 1906 (15 Νοεμβρίου σύμφωνα με το Ιουλιανό ημερολόγιο) στον Πειραιά. Το 1948 ήταν υποψήφιος για την έδρα της νέας ελληνικής φιλολογίας στη Φιλοσοφική Σχολή του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, την οποία όμως κατέλαβε ο Λίνος Πολίτης. Δύο χρόνια αργότερα, εκλέχτηκε στη θέση του τακτικού καθηγητή της μεσαιωνικής ελληνικής φιλολογίας στο ίδιο Πανεπιστήμιο. Στη Θεσσαλονίκη δίδαξε κυρίως μεσαιωνική φιλολογία, εκτάκτως μεσαιωνική ελληνική ιστορία, νεοελληνική φιλολογία, αλλά και γενική και συγκριτική γραμματολογία. Το διδακτικό έργο του διακόπηκε βίαια τον Ιανουάριο του 1968, όταν η Χούντα των Συνταγματαρχών αποφάσισε να τον απολύσει για τα δημοκρατικά του φρονήματα. Από τα περισσότερα από 1.000 άρθρα και τα περίπου 60 βιβλία που έχει εκδώσει αυτοτελώς μέχρι σήμερα ο Κριαράς, ξεχωρίζουν οι μονογραφίες του για τον Ψυχάρη, τον Σολωμό και τον Παλαμά, οι εκδόσεις των παλαιότερων κειμένων της νεοελληνικής λογοτεχνίας (Πανώριας του Χορτάτση, των θεατρικών του Πέτρου Κατσαΐτη, κ.ά), οι ποικίλες μελέτες του για τον δημοτικισμό και κυρίως οι 14 πρώτοι τόμοι του Λεξικού της μεσαιωνικής ελληνικής δημώδους γραμματείας (1100-1669) που έχει καθιερωθεί διεθνώς ως Λεξικό Κριαρά.
Ακολουθεί τμήμα της συνέντευξής του προς τη Β. Χαρισοπούλου.
Ψηφίζετε; Πώς μορφοποιείται, στα ελληνικά πολιτικά δεδομένα του σήμερα, το όραμά σας περί του δημοκρατικού σοσιαλισμού ως «μόνη λύση»;
«Μέχρι πρόσφατα το έκανα. Τώρα δεν με βαστούν τα πόδια μου να πάω στο εκλογικό κέντρο. Είχα τοποθετηθεί και στο ψηφοδέλτιο επικρατείας του ΠΑΣΟΚ. Μου είχε τηλεφωνήσει τότε ο κ. Πετσάλνικος για να ζητήσει την έγκρισή μου και του είχα πει, θυμάμαι, ότι αποδέχομαι, αλλά... θα ήθελα να είναι πιο σοσιαλιστικό το κόμμα... Δυστυχώς, δεν τα κατάφερε... Ύστερα... όχι, όχι δεν είμαι υπέρ του ΣΥΡΙΖΑ. Δεν έχω εμπιστοσύνη σ' αυτά που λέει ο κ. Τσίπρας. Ούτε με το ΚΚΕ. Τον κομμουνισμό τον γνωρίσαμε στη Ρωσία έτσι όπως εφαρμόστηκε... Ήμουν υπέρ του κ. Κουβέλη. Πίστευα πως είναι αυτός που εκφράζει μια αριστερή πολιτική, αλλά δημοκρατική. Όπως ήταν και το όνομα του κόμματός του. Είναι λυπηρό, όμως, το ότι και σ' αυτό τον πολιτικό χώρο υπήρξαν εσωτερικές διαφωνίες και διασπαστικές κινήσεις που οδήγησαν και στην αποχώρησή του από την κυβέρνηση».
Κι αν σας ρωτούσα και πάλι, «τι να κάνουμε»;
«Πρώτον οι νέοι να μη φεύγουν στο εξωτερικό. Να μάθουν να επιμένουν και να υπομένουν. Χάνουμε το αίμα μας ως έθνος με τη φυγή των νέων. Δεύτερον: Να μείνουν εδώ, να δουλέψουν, να αγαπήσουν την εργασία, να μην απεργούν (ειδικά οι δάσκαλοι, οι γιατροί...) Και τρίτον... εγώ να φύγω... Κουράστηκα, πια. Δεν θέλω άλλο να ζω για να βλέπω αυτή την κατάσταση».
Είναι που εξέλειπε ο έρωτας; Έτσι όπως το θέσατε προ ολίγων ετών– υπό την έννοια της αέναης επιδίωξης του ιδανικού;
«Επίστεψα βαθιά στον έρωτα! Αρκεί βέβαια να έχει εκδήλωση και από τις δύο πλευρές. Προσωπικά, έζησα ευτυχισμένο βίο. Η γυναίκα μου, με την οποία έζησα 65ετή κοινό ευτυχισμένο βίο, κατανοούσε, κι εγώ εκείνη. Ερωτευτήκαμε και οι δύο την εργασία, τη δημιουργία, ο ένας τον άλλο... Επίστεψα πολύ στον έρωτα... Είναι αυτός που σε βοηθά να ζεις και να δημιουργείς. Είναι αυτό που λείπει ίσως σήμερα...».

Και η έλλειψη απογόνων; Είναι κάτι που αν μπορούσατε θα αλλάζατε;
«Είναι γεμάτο το σπίτι, οι βιβλιοθήκες με απογόνους μου (τα βιβλία του). Το πρόβλημα υγείας της συζύγου μου δεν μας επέτρεψε να αποκτήσουμε παιδιά. Είναι ένα στοίχημα η τεκνοποιία... Και αποδεικνύεται ότι είναι ευτύχημα ή δυστύχημα... Τελικώς, ευτυχώς που δεν έχω παιδιά. Τουλάχιστον – αν και τα δικά μου παιδιά θα ήταν σήμερα πολύ μεγάλα – δεν θα χρειαζόταν και θα κινδύνευαν να αναγκαστούν να φύγουν από τη χώρα λόγω της κρίσης... Τη βλέπω ξέρετε πολύ συχνά στον ύπνο μου... (τη σύζυγό του Αικατερίνη Στρυφτού- Κριαρά). Θα ήθελα και να αναστηθεί, αλλά δεν γίνεται». «Είμαστε τραγικές μορφές. Το γεγονός ότι έχουμε συνείδηση δεν νομίζω ότι είναι στοιχείο ουσιαστικής ευτυχίας. Ο άνθρωπος ζει πιο ευτυχισμένα όταν δεν έχει συνείδηση της τραγικότητας της ζωής του. Εγώ- δυστυχώς -την έχω. Επιθυμία μου είναι πλέον να μη ζήσω. Είναι βάρος πια η ζωή μου» έλεγε προ επταετίας – μόλις που είχε κλείσει τα 100.
Κι αν σας ζητούσα μια περίληψη, έναν «τίτλο», αυτού του απολόγου του βίου σας;
«Στη ζωή μου έκαμα αυτό που θεωρούσα καθήκον μου».

Protagon.gr 22/8/2014

ΚΑΛΟ ΤΑΞΙΔΙ....