Κυριακή, 27 Φεβρουαρίου 2011

Οχι στη βουλιμία των χρωμάτων



Tου ΓΙΩΡΓΟΥ ΚΑΡΟΥΖΑΚΗ

Είναι τουλάχιστον τολμηρό σε μια εποχή αποθέωσης του χρώματος, της διαφημιστικής αισθητικής και των ιλουστρασιόν περιοδικών να οργανώνεις μια έκθεση αποκλειστικά με ασπρόμαυρα έργα. «Ασπρο-Μαύρο» έχει τίτλο η έκθεση με τα έργα 68 Ευρωπαίων ζωγράφων, από τον Ζαν Ρουστέν, τον Ντέιβιντ Χόκνεϊ, τον Βαλέριο Αντάμι μέχρι τον Νίκο Κεσσανλή, τη Βάσω Κατράκη, τον Γιώργο Λάππα, τον Μάριο Σπηλιόπουλο και αρκετούς καλλιτέχνες της νεότερης γενιάς.



Είναι τουλάχιστον τολμηρό σε μια εποχή αποθέωσης του χρώματος, της διαφημιστικής αισθητικής και των ιλουστρασιόν περιοδικών να οργανώνεις μια έκθεση αποκλειστικά με ασπρόμαυρα έργα. «Ασπρο-Μαύρο» έχει τίτλο η έκθεση με τα έργα 68 Ευρωπαίων ζωγράφων, από τον Ζαν Ρουστέν, τον Ντέιβιντ Χόκνεϊ, τον Βαλέριο Αντάμι μέχρι τον Νίκο Κεσσανλή, τη Βάσω Κατράκη, τον Γιώργο Λάππα, τον Μάριο Σπηλιόπουλο και αρκετούς καλλιτέχνες της νεότερης γενιάς.

Το παραπάνω είναι σχέδιο με μολύβι της Γερμανίδας Ούτα Σίμπερτ Σχέδιο με μολύβι της Γερμανίδας Ούτα Σίμπερτ.

Η έκθεση εγκαινιάζεται στις 2 Μαρτίου στο Μουσείο Φρυσίρα (Μονής Αστερίου 3 & 7) στην Πλάκα.

Χαρακτηριστικό της είναι ότι η απουσία χρώματος δεν στερεί από τα έργα τέχνης τη δύναμη, τη συναισθηματική ένταση ή ακόμα και τον λυρισμό τους. Η έλλειψη των χρωμάτων κινητοποιεί τον θεατή, που μοιάζει να έχει εθιστεί σε μια σχεδόν βουλιμική κατανάλωση χρωμάτων, να επαναπροσδιορίσει την αξία της ζωγραφικής.

«Η έκθεση αναλαμβάνει να μας θυμίσει πως μεγάλη ζωγραφική είναι η ζωγραφική της σχεδιαστικής δεξιοτεχνίας, όπου η αφαίρεση συντείνει στην αποκάλυψη της ουσίας της τέχνης πέρα από τις πιθανές παρεκκλίσεις, που συχνά επιφέρει το χρώμα», σημειώνει η επιμελήτρια του Μουσείου Φρυσίρα Χριστίνα Σωτηροπούλου. Και συμπληρώνει, αναφερόμενη στα έργα της έκθεσης: «Είναι η ζωγραφική που απορρίπτει τις εύκολες λύσεις για την ουσία, που προτιμά τον λυρισμό του αναγκαίου από την εκζήτηση της υπερβολής, τη δυσκολία του εγκεφαλικού από την ηδονιστική παράδοση στις κολοριστικές αισθήσεις».

Το Μουσείο Φρυσίρα στηρίζει σταθερά και όσο είναι δυνατόν τη δυναμική του «νέου κύματος» της παραστατικής ζωγραφικής, που εμπεριέχει τις κατακτήσεις της εποχής, έχει εμπλουτίσει την παμπάλαιη τέχνη της αναπαράστασης με εννοιολογικές αναζητήσεις και αντιμετωπίζει τον ρεαλισμό με σύγχρονο και δημιουργικό τρόπο. Στο ίδιο πλαίσιο κινείται και η «ασπρόμαυρη» έκθεσή του, που δεν θα μπορούσε να γίνει χωρίς την επιμονή του ιδρυτή του Μουσείου, Βλάση Φρυσίρα.

«Γιατί επέμενα όλα αυτά τα χρόνια να συλλέγω έργα με δύο βασικά χρώματα;» αναρωτιέται. «Η εμμονή μου αυτή πιθανόν να είναι μέρος της σύνθεσης του χαρακτήρα μου, της απολυτότητας που με διακρίνει ή πολύ πιθανόν των συναισθηματικών μεταπτώσεων που έχω είτε προς τα πάνω είτε προς τα κάτω. Εχω περάσει μέσα μου τη δύναμη που κρύβει το ασπρόμαυρο έργο, την αιχμηρότητα, την ένταση, τη φόρτιση, το απόλυτο, τη συγκίνηση, το διαφορετικό, το φως, το σκοτάδι, τη ζωή και τον θάνατο. Η προσωπική σχέση της συνενοχής, που είχα με τους περισσότερους καλλιτέχνες, μου έδωσε τη δυνατότητα να μοιραστώ μαζί τους αυτά που καταγράφουν κυρίως τα σχέδια, δηλαδή προσωπικά βιώματα, μνήμες και ιδιαίτερες στιγμές».

Ακόμα ένα αποκαλυπτικό στοιχείο της έκθεσης είναι ότι φέρνει στο προσκήνιο την «ασπρόμαυρη» και πιο λιτή πλευρά γνωστών και καταξιωμένων καλλιτεχνών, που οι περισσότεροι από αυτούς έχουν διαχειριστεί με εντυπωσιακό τρόπο την πολυχρωμία. Στα έργα τους η απουσία χρώματος δεν συνεπάγεται αδυναμία έκφρασης, αλλά πλούτο και συνειδητή επιλογή για να εκφραστούν με διαφορετικό τρόπο.

«Αρκεί μια ματιά στον σπαρακτικό ουμανισμό των σχεδίων του Ρουστέν, την ακαδημαϊκή τελειότητα εκείνων του Μαρτινέλι, τη φαντασιακή ατμόσφαιρα της Ούτα Σίμπερτ ή την προσιτή μνημειακότητα του Πούλιου και τη συγκινητικά κοπιώδη δουλειά της Κρυσταλλά, αλλά και των υπόλοιπων καλλιτεχνών, για να διαπιστώσει κανείς πως βρίσκεται ενώπιον προτάσεων που σφύζουν από δυναμισμό, ανεξάντλητες δυνατότητες και αποτελεσματικότητα στη διατύπωση», καταλήγει η επιμελήτρια Χριστίνα Σωτηροπούλου.

* Διάρκεια έκθεσης έως 31 Ιουλίου. *

ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ, 22/2/11

Κώστας Αξελός - Κώστας Γαβράς



Σε δύο κορυφαίες προσωπικότητες της σύγχρονης Ελλάδας, τον σκηνοθέτη Κώστα Γαβρά και τον στοχαστή και φιλόσοφο Κώστα Αξελό, είναι αφιερωμένες οι εκδηλώσεις που προγραμματίζει το «Ελληνικό Σπίτι» στην Πανεπιστημιούπολη των Παρισίων από σήμερα, Σάββατο, ώς τη Δευτέρα.

Στο πλαίσιο του αφιερώματος στον Κώστα Γαβρά θα προβληθούν έξι ταινίες του. Πρόκειται για τις ταινίες «Ζ» (1969), «Η λάμψη μιας γυναίκας» (1979) και «Το Μουσικό κουτί» (1989), που θα προβληθούν σήμερα, παρουσία του σκηνοθέτη, αλλά και τα φιλμ «Mad City» (1997), «To τσεκούρι» (2005) και «Παράδεισος στη Δύση» (2009) θα προβληθούν αύριο, Κυριακή.

Η μνήμη και το έργο του Κώστα Αξελού που απεβίωσε πριν ένα χρόνο (4 Φεβρουαρίου 2010) θα τιμηθούν τη Δευτέρα.

Από το σημερινό ΒΗΜΑ

Πριν να είναι αργά...



ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΡΕΤΕΝΤΕΡΗΣ.
ΤΟ ΒΗΜΑ, 27/2/11

Να σταθώ στο εξής περιστατικό. Την περασμένη Τετάρτη ο υπουργός Οικονομικών εμφανίζεται ενώπιον του ΚΤΕ Οικονομικών του ΠαΣοΚ. Δέχεται ερωτήσεις, επικρίσεις, αντιδράσεις, επιθέσεις... λογικό, στο πλαίσιο του κοινοβουλευτικού διαλόγου. Μέτρησα, όμως, τουλάχιστον επτά βουλευτές του ΠαΣοΚ που του είπαν: «Βγείτε και πείτε την αλήθεια!».

Διότι οι βουλευτές του ΠαΣοΚ, όπως και ένα μεγάλο μέρος της κοινωνίας, έχουν την αίσθηση ότι η κυβέρνηση δεν λέει την αλήθεια. Οτι κάτι κρύβει. Και ότι πορεύεται είτε χωρίς σχέδιο είτε με ένα κρυφό σχέδιο το οποίο αποκαλύπτει σταδιακά τις όλο και χειρότερες πτυχές του.

Δεν μπορώ να πω τι από τα δύο ισχύει. Αλλά η κατάσταση είναι απελπιστική. «Είμαστε στο χειρότερο σημείο» ομολόγησε και ο Γ. Παπακωνσταντίνου.

- Η οικονομία βυθίζεται σε βαθιά ύφεση με υψηλή ανεργία, άρα δυσκολεύεται αφάνταστα να ανταποκριθεί στους στόχους του μνημονίου και στις πρόσθετες απαιτήσεις.

- Ετσι το μνημόνιο δεν αποδίδει και γι΄ αυτό συνεχώς επιβαρύνεται με πρόσθετες απαιτήσεις της τρόικας.

- Την ίδια στιγμή η αντιμετώπιση του πραγματικού προβλήματος που είναι το δημόσιο χρέος παραπέμπεται σε μια συνολική ευρωπαϊκή ρύθμιση, για την οποία ουδείς γνωρίζει αν θα υπάρξει και τι θα περιέχει.

Συμπέρασμα; Η πολιτική του μνημονίου δεν εξασφαλίζει την επιστροφή της χώρας στις διεθνείς αγορές, όπως είχε διαφημιστεί πέρυσι τον Μάιο. Το αντίθετο: επιβαρύνει ακόμη περισσότερο το χρέος! Και η κοινωνία έχει φτάσει στα όριά της.

Και τι θα γίνει; ίσως ρωτήσετε. Θα παραπέμψω στον Τόνι Μπλερ που έλεγε κάποτε ότι σε τέτοιου τύπου αδιέξοδες και ταυτοχρόνως εκρηκτικές καταστάσεις η προβλεψιμότητα των πολιτικών εξελίξεων είναι μηδενική. Και ότι «η μόνη ακριβής και έντιμη απάντηση είναι:Δεν ξέρω!».

Γι΄ αυτό περιμένω κι εγώ (μαζί με τους βουλευτές του ΠαΣοΚ...) να δω πώς θα χειριστεί το αδιέξοδο η κυβέρνηση. Αν το χειριστεί...

Ας πάμε τώρα δύο χρόνια πίσω. Μάρτιος 2009. Ο Κ. Καραμανλής είχε αποφασίσει να πάει σε εκλογές αλλά το σχέδιο του τινάχτηκε στον αέρα από την επιδείνωση της οικονομίας και την εκτίναξη των spreads. Αντί για εκλογές, λοιπόν, καλεί τους πολιτικούς αρχηγούς στο Μέγαρο Μαξίμου όπου τους περιγράφει τη ζοφερή οικονομική κατάσταση και ζητεί μια ελάχιστη συναίνεση για να λάβει τα απαραίτητα μέτρα.

Κανείς δεν συμφώνησε- πλην, αν θυμάμαι καλά, του Γ. Καρατζαφέρη... Είτε δεν πείστηκαν για τη σοβαρότητα της κατάστασης είτε αμφέβαλλαν για τις πραγματικές προθέσεις της κυβέρνησης είτε έκριναν ότι δεν έχουν λόγο να πετάξουν σωσίβιο σε κάποιον που πνίγεται- άσχετο αν στην πραγματικότητα πνιγόταν η χώρα! Ετσι η κυβέρνηση Καραμανλή αποδυναμωμένη δεν έκανε ουσιαστικά τίποτε, η οικονομία βούλιαξε και έξι μήνες αργότερα ο λαός άλλαξε την κυβέρνηση.

Κρίμα, γιατί ήταν η τελευταία ευκαιρία- ίσως η προτελευταία, αν συνυπολογίσουμε και την επόμενη των εκλογών του Οκτωβρίου.

Διότι, αν τον Μάρτιο του 2009 είχαν όλοι πράξει το αυτονόητο καθήκον τους, αν είχαν ληφθεί μέτρα πολύ ηπιότερα από τα σημερινά και με μια ελάχιστη υποστήριξη κυρίως από το ΠαΣοΚ και τα συνδικάτα, η κρίση θα είχε αποφευχθεί. Τις εκλογές θα τις κέρδιζε ούτως ή άλλως το ΠαΣοΚ, αλλά η χώρα δεν θα βρισκόταν εκεί που βρίσκεται σήμερα.

Με άλλα λόγια, η χώρα έπεσε έξω όχι μόνο λόγω του ελλείμματος, όχι μόνο λόγω του χρέους, αλλά κυρίως επειδή σε μια συγκεκριμένη συγκυρία η πολιτική ηγεσία στο σύνολό της είτε δεν αντελήφθη τις περιστάσεις είτε αποδείχθηκε κατώτερή τους. Στερνή μου γνώση...

Τώρα βρισκόμαστε σε ένα ανάλογο αλλά πολύ χειρότερο σημείο. Και όπως τότε το ερώτημα που τίθεται δεν είναι οι προθέσεις της κυβέρνησης αλλά αν η συγκεκριμένη κυβέρνηση μπορεί και αρκεί για να αντιμετωπίσει το πρόβλημα.

Στο ερώτημα αυτό, κατά το Σύνταγμα, μπορεί να απαντήσει κυρίαρχα μόνο ο Πρωθυπουργός. Και να αναλάβει τις πρωτοβουλίες που θα προκύψουν από την απάντηση που θα δώσει. Ανοιχτά, ειλικρινά και έντιμα.

Αρκεί, βεβαίως, να απαντήσει πριν να είναι αργά και όσο υπάρχει ακόμη λίγος χρόνος.

Διαβάστε περισσότερα: http://www.tovima.gr/default.asp?pid=2&ct=6&artId=386832&dt=27/02/2011#ixzz1F9tZuXLC

Σάββατο, 26 Φεβρουαρίου 2011

ΣΛΑΒΟΪ ΖΙΖΕΚ


Η ΔΙΑΛΕΞΗ ΤΟΥ ΣΛΑΒΟΪ ΖΙΖΕΚ ΣΤΟ ΕΜΠ
Εθνικό Μετσόβειο Πολυτεχνείο

Λέγεται ότι στην Κίνα, αν πραγματικά μισούν κάποιον, η κατάρα που του εκτοξεύουν είναι: «Είθε να ζήσεις σε ενδιαφέροντες καιρούς»!

Στην ανθρώπινη ιστορία, «ενδιαφέροντες καιροί» είναι, στην πραγματικότητα, εποχές αναταραχών, πολέμων και σύγκρουσης για την εξουσία, με βαριές συνέπειες για εκατομμύρια αθώους. Σήμερα, είναι φανερό ότι πλησιάζουμε μια νέα εποχή για την οποία θα αρμόζει η περιγραφή «ενδιαφέροντες καιροί». Μετά από δεκαετίες κοινωνικού κράτους (ή μάλλον υπόσχεσης κοινωνικού κράτους), κατά τις οποίες τα μέτρα λιτότητας περιορίζονταν σε σύντομες περιόδους και συνοδεύονταν από την υπόσχεση ότι τα πράγματα σύντομα θα επέστρεφαν στην ομαλότητα, εισερχόμαστε σε μια νέα περίοδο κατά την οποία η κρίση- ή μάλλον ένα είδος οικονομικής κατάστασης εκτάκτου ανάγκης- μαζί με την ανάγκη κάθε είδους μέτρων λιτότητας (περικοπές επιδομάτων, συρρίκνωση της δωρεάν παιδείας και υγείας, απορρύθμιση της αγοράς εργασίας κ.α.) γίνονται μόνιμες, σταθερές της καθημερινότητας, ένας νέος τρόπος ζωής.

Τι σημαίνει αυτό για την Αριστερά της εποχής μας; Στην ψυχαναλυτική θεραπεία, οφείλει κανείς να αποσαφηνίσει τι πραγματικά επιθυμεί: Θέλω πράγματι αυτό που νομίζω ότι θέλω; Πάρτε την χαρακτηριστική περίπτωση του συζύγου που έχει εμπλακεί σε μια παθιασμένη εξωσυζυγική σχέση, ονειρευόμενος διαρκώς ότι η γυναίκα του με κάποιο τρόπο θα εξαφανιστεί (θα πεθάνει, θα τον χωρίσει ή ό,τι άλλο), έτσι ώστε να ζήσει μια κανονική ζωή με την ερωμένη του- αλλά όταν έρχεται αυτή η ποθητή στιγμή, ο κόσμος του καταρρέει, καθώς ανακαλύπτει ότι δεν θέλει πια την ερωμένη του.

Όπως λέει μια παλιά παροιμία, υπάρχει μόνο ένα πράγμα που είναι χειρότερο από το να μην πετυχαίνεις αυτό που θέλεις- κι αυτό είναι να το πετύχεις!
Έτσι λοιπόν, έρχεται σήμερα και για τους αριστερούς διανοούμενους η στιγμή της αλήθειας: Θέλατε πραγματική αλλαγή, ωραία λοιπόν, τώρα θα την έχετε!

Πίσω στο 1937, στο έργο του «Ο δρόμος προς την αποβάθρα του Γουίγκαν», ο Τζορτζ Όργουελ περιέγραφε θαυμάσια αυτή τη στάση όταν έγραφε ότι «κάθε επαναστατική γνώμη οφείλει μέρος της δύναμής της στην ανομολόγητη πεποίθηση ότι τίποτα δεν μπορεί να αλλάξει». Οι ριζοσπάστες επικαλούνται την ανάγκη επαναστατικής αλλαγής εν είδει δεισιδαιμονικής τελετουργίας που θα πετύχει το αντίθετό της, εμποδίζοντας να εκδηλωθεί η πραγματική αλλαγή.

Κι αν είναι να εκδηλωθεί πραγματική επανάσταση, αυτό πρέπει να συμβεί σε ασφαλή απόσταση: Στην Κούβα, τη Νικαράγουα, τη Βενεζουέλα… έτσι ώστε, ενώ η καρδιά μου θα ζεσταίνεται όσο σκέφτομαι τα μακρινά γεγονότα, εγώ θα μπορώ να συνεχίζω την ακαδημαϊκή μου καριέρα.

(Μέρος της ομιλίας του)
Από το TVXS

ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΣ ΑΠΕΡΓΟΙ ΠΕΙΝΑΣ



Ο Σλαβόι Ζίζεκ και ο Κώστας Δουζίνας για τους μετανάστες απεργούς πείνας
Δηλώσεις αλληλεγγύης υπέρ των απεργών πεινάς από δύο πολύ γνωστούς διανοούμενους στο ελληνικό κοινό και όχι μόνο

Σλαβόι Ζίζεκ
Σας στέλνω την ολόψυχη αλληλεγγύη μου- αγωνίζεστε για κάτι πολύ περισσότερο απ τα δικά σας δικαιώματα. Αγωνίζεστε για το τί πρόκειται να σημαίνει ‘Ευρώπη’. Εκείνοι που σας αγνοούν ή σας πολεμούν ειναι αυτοί που ουσιαστικά απειλούν τις Ευρωπαϊκές αξίες που καλούν σε παγκόσμια χειραφέτηση. Στις μέρες της έξαρσης των εθνικισμών και της ξενοφοβίας, ένας αγώνας σαν τον δικό σας μας κάνει να ελπίζουμε ότι ο όρος χειραφέτηση δεν θα παραμείνει κένο γράμμα.

Κώστας Δουζίνας
Υπάρχει μια στενή και ισχυρή σύνδεση ανάμεσα στις επαναστάσεις σε Τυνησία, Αίγυπτο, Μπαχρέιν, Λιβύη και σε οποιαδήποτε άλλη περιοχή της Βορείου Αφρικής και στον αγώνα των απεργών πείνας. Δεν υπάρχει μεγάλη διαφορά μεταξύ ενός αγώνα για δημοκρατία και της διεκδίκησης της αξιοπρέπειας, μιας απεργίας για βασικά πολιτικά δικαιώματα και μιας απεργίας για ανθρώπινη αναγνώριση. Δεν υπάρχουν «παράνομοι» άνθρωποι μόνο απονομιμοποιημένες και άδικες κυβερνήσεις. Κάθε άνθρωπος που ζει στην Ελλάδα πρέπει να έχει τα ίδια δικαιώματα με οποιονδήποτε συμπολίτη του. Αυτός είναι και δικός μας αγώνας και από αυτόν εξαρτάται το μέλλον όλων μας.

Από το redNotebook

Σλαβόι Ζίζεκ, Σλοβένος Φιλόσοφος
Κώστας Δουζίνας, καθηγητής Φιλοσοφικού δικαίου στο Λονδίνο

Παρασκευή, 25 Φεβρουαρίου 2011

C130 & ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ

Πήγαν στη Λιβύη τα C130 για να διασώσουν Ελληνες, όσους περισσότερους μπορούσαν...

Και κουβάλησαν μαζί τους και την τηλεόραση.. για να το δείξουν.. ήταν και ο μανδαρίνος μαζί...
Ασχετα αν η πρεσβεία εκεί, κατά τον κόσμο, ήταν εξαφανισμένη...

Μέσα σε όλα το μυαλό τους στα επικοινωνιακά παιχνίδια...

Διαμαρτυρία χωρίς πολιτική μορφή

Διαμαρτυρία χωρίς πολιτική μορφή

Tου Νικου Ξυδακη

Το πλήθος ήταν μεγάλο προχθές στους δρόμους της Αθήνας, μέρα γενικής απεργίας. Αλλά τα πρόσωπα ήταν σκυθρωπά. Περίσσευε η απογοήτευση, σχεδόν απόγνωση· αυτή έδινε τον τόνο και όχι η οργή. Και κυριαρχούσαν συντριπτικά άνθρωποι ώριμοι, μεσήλικοι και μεγαλύτεροι, άνθρωποι της εργασίας, κάτω από πανό επαγγελματικών ενώσεων και συχνά με στολές εργασίας. Κάθε ομάδα έχει τα δικά της προβλήματα, δικά της αιτήματα, βιώνει το δικό της βάσανο· οι διαμαρτυρίες τους ακούγονταν παράλληλες, αποσπασμένες η μία από την άλλη και ως εκ τούτου, ελάχιστα δραστικές. Μένουν διαμαρτυρίες, κλαδικές, επαγγελματικές, οικονομικές· εκφράζεται ο φόβος της καταστροφής, εκφράζεται η απελπισία, αλλά αυτά δεν μετασχηματίζονται σε πολιτικό αίτημα, σε πολιτικό λόγο. Εξ ου και η διάχυτη αμηχανία. Ο κόσμος της εργασίας εξακολουθεί να κατεβαίνει στον δρόμο, προσπαθώντας να υπερασπιστεί τα παλιά αυτονόητα. Αλλά η ογκούμενη απόγνωση, στα όρια υπαρξιακού αδιεξόδου, αδυνατεί να λάβει πολιτική μορφή. Οι απεργοί προχθές πορεύονταν ανάμεσα σε συνθήματα και δακρυγόνα κι ανάμεσα σε κλειστά μαγαζιά: πολλά απ’ αυτά ήταν κλειστά από μήνες πολλούς, δεν είχαν κλείσει λόγω απεργίας. Μέσα στο πλήθος, το τόσο σωματικό, ένιωθες, ωστόσο, πυκνή την απουσία: απουσίαζαν οι εκατοντάδες χιλιάδες άνεργοι, απουσίαζαν οι χιλιάδες κατεστραμμένοι καταστηματάρχες, μικροεπιχειρηματίες, ελεύθεροι επαγγελματίες, βιοτέχνες. Αυτές οι ομάδες δεν έχουν την οργάνωση και τη συνείδηση των εργαζομένων στις ΔΕΚΟ και στον δημόσιο τομέα. Απουσίαζαν. Αλλά πιο βαριά απ’ όλες ήταν η απουσία διεξόδου, η απουσία ελπίδας. Ανάμεσα σε κρότους και σκόρπιες ριπές χημικών, στους έρημους δρόμους των Αθηνών, ένιωθες βαριά την απουσία εθνικού σχεδίου, που θα μπορούσε να ενώσει διάσπαρτες ομάδες τραυματισμένων ανθρώπων, έμφοβων ενώπιον του μέλλοντος, και να τους μεταδώσει μια ελπίδα: ότι στο μακρινό άκρο, σε πέντε, δέκα, δεκαπέντε χρόνια, με σκληρή δουλειά, με κοινή προσπάθεια, υπάρχει φως. Τίποτε τέτοιο δεν υπήρχε προχθές, τίποτε τέτοιο δεν υπάρχει σήμερα. Η κυβέρνηση δεν έχει σχέδιο, απλώς εφαρμόζει ένα μάνιουαλ αντιμετώπισης κρίσεων, σχεδιασμένο από τρίτους σε ένα γραφείο, εκτός πραγματικής οικονομίας και εκτός πολιτικού πεδίου. Ούτε όμως η αντιπολίτευση, μείζων και ελάσσων, διαθέτει πειστικό, ολοκληρωμένο σχέδιο ανάκαμψης της κοινωνίας, έτσι ώστε να νικηθούν ο φόβος και η απόγνωση. Η διαμαρτυρία εμφανίζεται σαν συνάθροιση μερικοτήτων, σαν ασυντόνιστοι σπασμοί και εκδηλώσεις πένθους γι’ αυτό που χάνεται ανεπιστρεπτί. Και σαν βαθιά ματαίωση που σιγοβράζει εντός, αυτοκαταστροφικά. Ομως, δεν υπάρχει περιθώριο για αδράνεια. Η δριμεία ύφεση, ο δημογραφικός μαρασμός, οι απογοητευμένοι νέοι που γυρεύουν να μεταναστεύσουν υπό δυσμενείς όρους, η γεωπολιτική αναστάτωση στην περιοχή, όλα τούτα τα απειλητικά δεν αφήνουν περιθώριο: ζητείται σχέδιο ανόρθωσης, οικονομικής αλλά και ψυχικής και πνευματικής, διότι πλησιάσαμε επικίνδυνα στο όριο θραύσεως.

Από την ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

Ατιτλο... φίλου....

Τρελλη βροχη ζωγραφιζε στο τζαμι τη μορφη σου
εστρεφε και με κοιταζε με ματια γελαστα
στη χαντρα το κορδονι σου με εδενε μαζι σου
περνας κι αφηνεις πισω σου χρωματα και φωτια

Στα δαχτυλα λευκο χαρτι κι αμηχανο μολυβι
με πεισμα μ'αντιστεκεται, γλυστρας και δε μπορω
της μνημης ανυποτακτο δαγκωνει τ'αγριο φιδι
οι Ερινυες δινονται σε βλοσυρο χορο

Το στηθος σου γυμνωθηκε -δεκα η ωρα θαταν-
τα χερια κοβαν τη σιωπη, αμειλικτα σπαθια
Τα λογια που σου ειπα'γω και καποιοι αλλοι στα'παν
καποιοι που σ'αγαπησανε θολα και βιαστικα

Σκυβεις να δεις μεσ'το νερο την ασπιλη ομορφια σου
μακρυ πινελο που βουτα σε χρωμα βυσσινι
δεμενος ειμαι, απραγος στ'αορατα δεσμα σου
κομμενη ανασα ,στεκεται και πνιγει τη φωνη...

Α.Π

Πέμπτη, 24 Φεβρουαρίου 2011

Τετάρτη, 23 Φεβρουαρίου 2011

Σ' αγαπώ.


Σ' αγαπώ.

Το σχήμα δεν αναφέρεται στην ερωτική δήλωση, στην ομολογία, άλλα στην επαναλαμβανόμενη προφορά της ερωτικής κραυγής.

Σαν περάσει ή πρώτη ομολογία, "σ' αγαπώ" δε θα πει πια τίποτε. Είναι, απλώς, μια επανάληψη του παλαιού μηνύματος (που ίσως μάλιστα να μη διοχετεύτηκε μέσα από τις λέξεις αυτές), πού γίνεται μ' έναν τρόπο αινιγματικό γιατί φαντάζει τόσο κενός! Επαναλαμβάνω το μήνυμα ασχέτως καταλληλότητας των συνθηκών. Έτσι, το μήνυμα βγαίνει από την κοίτη της γλώσσας, εκτροχιάζεται, και τραβάει πού; Δε θα μπορούσα να αναλύσω την έκφραση αυτή και να μη γελάσω. Πώς! Έχουμε, λοιπόν, από τη μια μεριά το "εγώ", από την άλλη το "εσύ", και στη μέση ένα λογικό (εφόσον λεκτικό) δεσμό αγάπης; Ποιος δεν καταλαβαίνει ότι μια τέτοια ανάλυση, πού συμφωνεί ωστόσο με τη γλωσσολογική θεωρία, θα παραμόρφωνε αυτό πού εκστομίζεται με μια και μόνη κίνηση; Το αγαπώ δεν απαρέμφατο (κι αν σχηματίζει τούτο οφείλεται μόνο μεταγλωσσικό τέχνημα): υποκείμενο και αντικείμενο συναρμόζονται μέσα στη λέξη τη στιγμή πού την προφέρουμε. Το σ' αγαπώ πρέπει να εννοηθεί (και εδώ: διαβαστεί) σαν να ήταν, π.χ., η ουγγαρέζικη έκφραση πού δηλώνει μονολεκτικά: szeretlek. Στην περίπτωση αυτή ή γαλλική γλώσσα, αποποιούμενη την ωραία της αρετή πού λέγεται αναλυτικότητα, θα γινόταν μια γλώσσα συγκολλητική (γιατί περί συγκολλήσεως, ακριβώς, πρόκειται). Το συγκρότημα αυτό καταρρέει με την παραμικρή συντακτική αλλοίωση. Κείται, σαν να λέμε, εκτός συντακτικού και δεν προσφέρεται σε κανένα δομικό μετασχηματισμό. Δεν ισοδυναμεί διόλου με τα υποκατάστατα του, πού ο συνδυασμός τους, ωστόσο, θα μπορούσε να παραγάγει το ίδιο νόημα. Είναι δυνατόν, μέρες ολόκληρες, να λέω σ' αγαπώ, χωρίς ποτέ ίσως να μπορώ να περάσω στο "τον αγαπώ": αρνούμαι να υποτάξω τον άλλον σε μια σύνταξη, σε μια κατηγορηματική διατύπωση, σε μια γλώσσα (μόνη προϋπόθεση του σ' αγαπώ είναι η απεύθυνσή του, ή επαύξησή του μ' ένα κύριο όνομα: Αριάδνη, σ' αγαπώ, λέει ο Διόνυσος).

2. Το σ' αγαπώ δεν έχει χρήσεις. Ή λέξη αυτή, όπως και οι λέξεις πού προφέρει το παιδί, δεν υπόκειται σε κανένα κοινωνικό καταναγκασμό. Μπορεί να είναι μια λέξη θεσπέσια, επίσημη, ανάλαφρη· μπορεί όμως να είναι και μια λέξη ερωτική, πορνογραφική. Από κοινωνική άποψη πρόκειται για μια λέξη-μπαλαντέρ.

Το σ' αγαπώ δεν έχει αποχρώσεις. Καταργεί τις εξηγήσεις, τις διευθετήσεις, τις βαθμίδες, τις λεπτολογίες. Κατά κάποιον τρόπο - άμετρο παράδοξο της γλώσσας -λέγοντας σ' αγαπώ είναι σαν να παραδέχομαι ότι δεν υπάρχει κανένα θέατρο της ομιλίας, και ότι η λέξη αυτή είναι πάντα αληθής (δεν έχει άλλο αναφερόμενο από την προφορά της: είναι ένας τελεστικός γλωσσότυπος).

Το σ' αγαπώ δεν έχει πέραν. Είναι ή λέξη της δυάδας (μητρικής, ερωτικής)· μέσα της, καμιά απόσταση, καμιά παραμόρφωση δεν έρχεται να χαράξει το σημείο- δεν είναι μεταφορά κανενός πράγματος.

Το σ' αγαπώ δεν είναι φράση: δε μεταβιβάζει ένα νόημα, αλλά αγκιστρώνεται σε μια οριακή κατάσταση: "αυτήν όπου το υποκείμενο αιωρείται σε μια σχέση αντικατοπτρισμού με τον άλλο". Είναι μια ολόφραση.

(Μόλο πού λέγεται δισεκατομμύρια φορές, το σ' αγαπώ κείται εκτός λεξικού· είναι ένα σχήμα λύγου πού ο ορισμός του δεν μπορεί να υπερβεί την απλή τιτλοφόρηση.)

Η λέξη (ή φράση-λέξη) έχει νόημα μονό τη στιγμή πού την ξεστομίζω. Δεν υπάρχει μέσα της άλλη πληροφορία πέρα απ' αυτά πού δηλώνει άμεσα: καμιά διαφύλαξη, καμιά αποθήκευση νοήματος. Τα πάντα περιέχονται στην εκστόμιση: πρόκειται για ένα "φραστικά τύπο", πού όμως δεν αντιστοιχεί σε κανένα τυπικό' οι συνθήκες υπό τις όποιες λέω σ' αγαπώ δεν μπορούν να ταξινομηθούν: το σ' αγαπώ είναι απερίσταλτο και απρόβλεπτο.

Σε ποια γλωσσική τάξη ανήκει, λοιπόν, αυτή ή αλλόκοτη οντότητα, αυτό το γλωσσικό τέχνημα, το υπερβολικά φρασεοποιημένο για να σχετίζεται με την ενόρμηση, το υπερβολικά κραυγαλέο για να σχετίζεται με τη φράσης Δεν πρόκειται ούτε για εκατό τοις εκατό εκφερόμενο (μέσα του δεν υπάρχει κανένα μήνυμα απολιθωμένα αποθηκευμένο, μουμιοποιημένο, έτοιμο να υποστεί ανατομία), ούτε για εκφορά (τα υποκείμενο δεν υποκύπτει στον εκβιασμό του παιχνιδιού της συνομιλίας). σχήμα αυτό θα μπορούσαμε να το ονομάσουμε προφορά. Στην προφορά δεν υπάρχει επιστημονική διάσταση: το σ' αγαπώ δεν εξαρτάται ούτε από τη γλωσσολογία ούτε από τη σημειολογία. Διέπουσα αρχή του (δάση για να το εκφράσουμε) θα ήταν μάλλον ή Μουσική. "Όπως ακριβώς στο τραγούδι, έτσι και στην προφορά του σ' αγαπώ, ο πόθος ούτε απωθείται (όπως στο εκφερόμενο) ούτε αναγνωρίζεται (εκεί πού δεν το περιμένεις, όπως στην εκφορά), αλλά απλώς γίνεται αντικείμενο ηδονής. Ή ηδονή δε λέγεται, όμως ή ίδια μιλά και λέει: σ' αγαπώ.

4. Για τα σ' αγαπώ υπάρχουν πολλές απαντήσεις κοσμικού χαρακτήρα: "εγώ όχι", "δε σε πιστεύω", "γιατί μου το λες;", κτλ. Όμως ή πραγματική απόρριψη περιέχεται στην απόκριση: "δεν υπάρχει απάντηση". Καταργούμαι ανέκκλητα όταν απορρίπτομαι όχι μόνον ως αιτών αλλά και ως ομιλούν υποκείμενο (υπό την τελευταία ιδιότητα εξουσιάζω τουλάχιστον τους φραστικούς τύπους). Μου αρνούνται όχι την αίτηση μου, αλλά τη γλώσσα μου, τον έσχατο μυχό της ύπαρξής μου. Ως προς την αίτηση, μπορώ να περιμένω, να την επαναφέρω, να τη διατυπώσω εκ νέου. Άλλα όταν μου αποστερούν την εξουσία να ρωτώ, είμαι σαν πεθαμένος για πάντα. "Δεν υπάρχει απάντηση", διαμηνύει ή Μητέρα, μέσω της Φρανσουάζ, στο νεαρό προυστικό αφηγητή, ο όποιος ταυτίζει τότε τον εαυτό του με τη "δύστυχη κύρη" που την ξεφορτώνεται ο θυρωρός του εραστή της: η Μητέρα δεν είναι απαγορευμένη, είναι περίφρακτη, κι εγώ τρελαίνομαι.

5. Σ' αγαπώ. - Κι εγώ.

Το κι εγώ δεν είναι εντελής απάντηση, γιατί το εντελές δεν μπορεί παρά να είναι τυπικό, κι εδώ ο τύπος είναι λειψός, με την έννοια ότι δεν επαναλαμβάνει κατά γράμμα την προφορά - και είναι ίδιον της προφοράς να υπάρχει κατά γράμμα. 'Ωστόσο, ως φαντασίωση έστω, ή απάντηση αύτη αρκεί για να μπει σε κίνηση ένας ολόκληρος λόγος της αγαλλίασης: αγαλλίασης πολύ πιο έντονης αφού προκύπτει από μια μεταστροφή: ο Σαιντ-Πρε ανακαλύπτει ξαφνικά, ύστερα από κάποιες αφ' υψηλού αρνήσεις, ότι ή Ζυλί τον αγαπά. Είναι ή τρελή αλήθεια, πού δεν προκύπτει από συλλογισμό, αργή προετοιμασία, αλλά από έκπληξη, έγερση (σατόρι), μεταβολή. Το προυστικό παιδί - ζητώντας να 'ρθει ή μητέρα του να κοιμηθεί στο δωμάτιο του - θέλει ν' αποκτήσει αυτό το κι εγώ: το θέλει τρελά, με τον τρόπο ενός τρελού. Και το κερδίζει τελικά ένεκα μεταστροφής, συγκεκριμένα χάρη στην παράξενη απόφαση του Πατέρα, πού του παραχωρεί τη Μητέρα ("Πες, λοιπόν, στη Φρανσουάζ να σου ετοιμάσει το μεγάλο κρεβάτι και κοιμήσου απόψε μαζί του").

6. "Έχω τη φαντασίωση αυτού πού εμπειρικά είναι ανέφικτο: οι δύο προφορές μας ξεστομίζονται ταυτόχρονα: ή μια δεν έπεται της άλλης, για να πεις ότι εξαρτάται απ' αυτήν. Ή προφορά δε θα μπορούσε να είναι διπλή (υποδιπλασιασμένη): το μόνο πού της αρμόζει είναι η ενιαία αστραπή, όπου σμίγουν δύο δυνάμεις (αν παρέμεναν χωριστές, αφιστάμενες, δε θα ξεπερνούσαν το όριο μιας συνηθισμένης συμφωνίας). Γιατί ή ενιαία αστραπή, επιτυγχάνει αυτό το ανήκουστο: καταργεί κάθε έννοια λογιστικής. Ή ανταλλαγή, το δώρο, ή κλοπή (οι μόνες γνωστές μορφές της οικονομίας) προϋποθέτουν, καθεμιά με τον τρόπο της, ετερογενή αντικείμενα και μια χρονική απόσταση: ανταλλάσσω τον πόθο μου με κάποιο άλλο πράγμα - προς τούτο απαιτείται πάντα ο χρόνος της μεταβίβασης. Με την ταυτόχρονη προφορά θεμελιώνεται μια κίνηση πού το πρότυπο της είναι κοινωνικά άγνωστο, αδιανόητο: ούτε ανταλλαγή, ούτε δώρο, ούτε κλοπή, η προφορά μας, πού εκδηλώνεται με τη μορφή διασταυρούμενων πυρών, ορίζει μια δαπάνη πού δεν επιρρίπτεται πουθενά και πού ο συμμερισμός της αναιρεί οποιαδήποτε σκέψη περί σχηματισμού αποθεμάτων: ο ένας, μέσω του άλλου, εισδύουμε στην περιοχή του απόλυτου υλισμού.

7. Το κι εγώ εγκαινιάζει μια μετάλλαξη: οι παλαιοί κανόνες καταρρέουν, τα πάντα είναι δυνατά - ακόμη κι αυτό: να αρνηθώ να σε κατέχω.

Κοντολογίς, πρόκειται για μια επανάσταση - πού δεν απέχει, ίσως, από την πολιτική επανάσταση: γιατί, και στη μια και στην άλλη περίπτωση, ή φαντασίωση μου έχει να κάνει με το απόλυτο Νέο: ο (ερωτικός) ρεφορμισμός δε με διεγείρει. και ή αποθέωση του παράδοξου είναι πώς αυτό το αμιγές Νέο βρίσκεται στην άκρη του πιο φθαρμένου στερεότυπου (μόλις χτες το βράδυ το άκουγα να προφέρεται και πάλι σ' ένα θεατρικό έργο της Σαγκάν: μια βραδιά στις δυο, ακούς στην τηλεόραση να λένε: σ' αγαπώ).

8. - Κι αν το σ' αγαπώ δεν το ερμήνευα; "Αν δεν έβλεπα την προφορά ως σύμπτωμα;

- Κακό δικό σας: δεν τονίσατε εκατό φορές το αφόρητο της ερωτικής δυστυχίας, την ανάγκη να ξεφύγεις απ' αυτήν; "Αν γυρεύετε τη "γιατρειά", πρέπει να πιστεύετε στα συμπτώματα και ως ένα απ' αυτά να θεωρήσετε και το σ' αγαπώ. Πρέπει να ερμηνεύετε, πάει να πει, στο τέλος-τέλος, να υποτιμάτε.

- Τι να σκεφτούμε, τελικά, για το βάσανο; Πώς να το συλλογιστούμε, να το αξιολογήσουμε; Το βάσανο ανήκει αναγκαστικά στην περιοχή του κακού; Το ερωτικό βάσανο δεν επιδέχεται, άραγε, παρά μόνο μια αντενεργό υποτιμητική (πρέπει να υποταχθώ στην απαγόρευση) αντιμετώπιση; Μπορούμε, αντιστρέφοντας την αξιολόγηση, να φανταστούμε μια τραγική αντίληψη του ερωτικού βασάνου, μια τραγική κατάφαση του σ' αγαπώ; Κι αν τοποθετούσαμε (επανατοποθετούσαμε) την (ερωτική) αγάπη στον αστερισμό του Δραστικού;

9. Έτσι, προκύπτει μια νέα άποψη για το σ' αγαπώ. Το σ' αγαπώ δεν είναι σύμπτωμα, είναι δράση. Προφέρω για να απαντήσεις - και η υπερακριβής μορφή (το γράμμα) της απάντησης θα αποκτήσει μια πρακτική αξία, σαν να πρόκειται για ένα φραστικό τύπο. Δεν αρκεί, λοιπόν, να μου αποκριθεί ο άλλος με ένα απλό, έστω και θετικό ("κι εγώ") σημαινόμενο: το εγκαλούμενο υποκείμενο πρέπει να δεχτεί να διατυπώσει, να προφέρει το σ' αγαπώ πού του απευθύνω: Σ' αγαπώ, λέει ο Πελλέας. - Κι εγώ σ' αγαπώ, λέει η Μελισσάνθη. Ή επιτακτική παράκληση του Πελλέα (μπορούμε να υποθέσουμε ότι ή απάντηση της Μελισσάνθης υπήρξε ακριβώς αυτή πού περίμενε, πράγμα πιθανό γιατί αμέσως μετά πεθαίνει) εκκινεί από την ανάγκη πού νιώθει το ερωτευμένο υποκείμενο, όχι μόνο να το αγαπούν ανταποδοτικά, να το γνωρίζει, να είναι βέβαιο γι' αυτό, κτλ. (όλες αυτές οι λειτουργίες δεν υπερβαίνουν το επίπεδο του σημαινόμενου), αλλά και ν' ακούει να τον το λένε μ' έναν τρόπο εξίσου καταφατικό, πλήρη και αρθρωμένο με το δικό του: αυτό πού θέλω είναι να δεχτώ στα ίσια, ολοκληρωτικά, κατά γράμμα, χωρίς διαφυγές, το φραστικό τύπο, το αρχέτυπο του ερωτόλογου: δεν υπάρχει συντακτική διαφυγή, ούτε παραλλαγή - οι δύο λέξεις συνεκφέρονται, συμπίπτοντας σημαίνον προς σημαίνον (το κι εγώ θα ήταν ή τέλεια αντίθεση της ολόφρασης). Αυτό πού έχει σημασία είναι ή φυσική, σωματική, χειλική προφορά της λέξης: άνοιξε τα χείλη σου κι άσ' την να βγει (γίνου αισχρός). Αυτό πού τρελά επιζητώ είναι ν' αποκτήσω τη λέξη - τη μαγική, τη μυθική; Το Τέρας - μαγεμένο, πλην δέσμιο της ασχήμιας του -αγαπά την 'Ωραία. Ή Ωραία, προφανώς, δεν αγαπά το Τέρας, αλλά, τελικά, νικημένη (δεν έχει σημασία από τι· ς πούμε: από τις συνομιλίες πού έχει με το Τέρας), του απευθύνει τη μαγική λέξη: "Σας αγαπώ, Τέρας". Αμέσως, μέσα από την εξαίσια σχισμή ενός αρπισμού, εμφανίζεται ένα νέο υποκείμενο. Ή ιστορία αυτή, θα πείτε, είναι αρχαϊκή... Ορίστε, λοιπόν, μια άλλη: κάποιος υποφέρει επειδή τον παράτησε ή γυναίκα του. θέλει να τη δει να γυρίζει, θέλει - συγκεκριμένα -, να του πει σ' αγαπώ, τρέχει κυνηγώντας τη λέξη. Τελικά, εκείνη του το λέει κι αυτός πεθαίνει. Πρόκειται για μια κινηματογραφική ταινία του 1975. Και να πάλι ο μύθος: ο Ιπτάμενος Ολλανδός περιπλανιέται, αναζητώντας τη λέξη· αν την αποκτήσει (μέσω όρκου πίστεως), θα πάψει να τριγυρνά (αυτό πού ενδιαφέρει το μύθο δεν είναι η εμπειρία της πίστης, είναι η προφορά, το άσμα της).

10. Μοναδικό συναπάντημα (στο επίπεδο της γερμανικής γλώσσας): μέσα σε μια και την αυτή λέξη (Bejahung) δύο καταφάσεις: η μία, πού την επισημαίνει ή ψυχανάλυση, γίνεται αντικείμενο μείωσης (η πρώτη κατάφαση του παιδιού πρέπει να γίνει αντικείμενο άρνησης για να υπάρξει προσπέλαση του υποσυνειδήτου)· η άλλη, που τη διατύπωσε ο Νίτσε, είναι τρόπος της βούλησης για δύναμη (τίποτε το ψυχολογικό, κι ακόμα λιγότερο, το κοινωνικό), παραγωγή της διαφοράς· το ναι αυτής της κατάφασης αποβαίνει αθώο (προσαρτά το αντενεργό στοιχείο): είναι το αμήν.

Το σ' αγαπώ είναι ενεργητικό. Επιβεβαιώνεται ως δύναμη έναντι άλλων δυνάμεων. Ποιών δυνάμεων; Χίλιες δυο δυνάμεις υπάρχουν στον κόσμο πού είναι, όλες τους, δυνάμεις μειωτικές (ή επιστήμη, ή κοινή γνώμη [δόξα], ή πραγματικότητα, ή λογική, κλπ.). Ή ακόμη: έναντι του γλωσσικού οργάνου. Το αμήν κείται στο όριο του γλωσσικού οργάνου, δε μετέχει στο σύστημα του και του αφαιρεί τον "αντενεργό μανδύα" του. "Όμοια και ή ερωτική προφορά (σ' αγαπώ) στέκεται στο όριο της σύνταξης, προσδέχεται την ταυτολογία (σ' αγαπώ θα πει σ' αγαπώ), αποκλείει τη δουλικότητα της Φράσης (είναι απλά και μόνο μια ολόφραση). Ως προφορά, το σ' αγαπώ δεν είναι σημείο, αλλά λειτουργεί εναντίον των σημείων. Αυτός πού δε λέει σ' αγαπώ (πού μέσα από τα χείλη του το σ' αγαπώ δε θέλει να περάσει), είναι καταδικασμένος να εκπέμπει τα πολλαπλά, αβέβαια, αμφίβολα, φειδωλά σημεία του έρωτα, τους δείκτες του, τις "αποδείξεις" του: χειρονομίες, βλέμματα, αναστεναγμοί, υπαινιγμοί, ελλειπτικά σχήματα: πρέπει να παραδώσει τον εαυτό του στην ερμηνεία. Το υποκείμενο αυτό εξουσιάζεται από την αντενεργό διέπουσα αρχή των ερωτικών σημείων, είναι αλλοτριωμένο μέσα στο δουλικό κόσμο της γλώσσας με την έννοια ότι δεν τα λέει όλα (δούλος είναι αυτός που 'χει κομμένη γλώσσα και δεν μπορεί να μιλά παρά μόνο με νεύματα, εκφράσεις, μορφασμούς). Τα "σημεία" του έρωτα εκτρέφουν μια τεράστια αντενεργό φιλολογία: ο έρωτας αναπαριστάνεται, ανάγεται σε μιαν αισθητική των επιφάσεων (σε τελική ανάλυση, ο Απόλλων είναι αυτός πού συγγράφει τα ερωτικά μυθιστορήματα). Ως αντισημείο, το σ' αγαπώ ανήκει στην περιοχή του Διονύσου: το βάσανο δε γίνεται αντικείμενο άρνησης (το ίδιο ισχύει και για το παράπονο, την αηδία, τη μνησικακία), αλλά απλώς, δια της προφοράς, δεν εσωτερικεύεται: λέω σ' αγαπώ (και το επαναλαμβάνω), σημαίνει εξοβελίζω το αντενεργό στοιχείο, το παραπέμπω στον κουφό και θρηνώδη κόσμο των σημείων - των λεκτικών περιστροφών (κόσμο πού δεν παύω, ωστόσο, ποτέ να διασχίζω).

Ως προφορά, το σ' αγαπώ ανήκει στην περιοχή της δαπάνης. Όσοι αποζητούν την προφορά της λέξης (λυρικοί, ψεύτες, πλανήτες), είναι υποκείμενα της Δαπάνης: δαπανούν τη λέξη, σάμπως να ήταν ιταμό (ποταπό) πράγμα ή επανάκτηση της σε οποιοδήποτε χώρο. Βρίσκονται στο ακραίο όριο της γλώσσας, εκεί όπου ή ίδια ή γλώσσα (και ποιος άλλος θα το 'κάνε στη θέση της;) αναγνωρίζει πως είναι ανέγγυος, πώς δουλεύει χωρίς προστατευτικό δίχτυ.

Η ερωτική χαύνωση

Χαύνωση. Λεπτή κατάσταση του ερωτικού πόθου. Βιώνεται όταν έχουμε κενό πόθου, και είναι άσχετη με οποιαδήποτε επιθυμία κατοχής.

1. Ο Σάτυρος λέει: θέλω ο πόθος μου να ικανοποιηθεί αμέσως. Όταν βλέπω ένα πρόσωπο παραδομένο στον ύπνο, ένα στόμα μισάνοιχτο, ένα χέρι να κρέμεται, θα ήθελα να 'χω τη δύναμη να τον χιμήξω. ο Σάτυρος -σχήμα του
Άμεσου - είναι ακριβώς το αντίθετο του Χαυνωμένου. Στη χαύνωση απλώς περιμένω: "Δεν είχε σταματημό ο πόθος μου για σένα". (Ό πόθος βρίσκεται παντού. Άλλα, μέσα στην ερωτική κατάσταση, αποβαίνει κάτι το πολύ ειδικό: χαύνωση)

2. "κι εσύ πες μου λοιπόν έτερον μου θα μου αποκριθείς επιτέλους πλήττω εξαιτίας σου σε θέλω ονειρεύομαι εσένα για σένα εναντίον σου απάντησε μου το όνομα σου άρωμα διάχυτο το χρώμα σου λάμπει ανάμεσα στ' αγκάθια κάνε την καρδιά μου να συνέρθει με οίνο δροσερό φτιάξε μου μια πρωινή καλύπτρα πνίγομαι κάτω απ' αυτή τη μάσκα επιδερμίδα στεγνή ισοπεδωμένη τίποτε δεν υπάρχει εκτός από τον πόθο."

3. "...γιατί μόλις σε δω για μια στιγμή, δεν μπορώ πια να αρθρώσω λέξη: αλλά ή γλώσσα μου γίνεται κομμάτια και, κάτω από το δέρμα μου, γλιστράει απότομα μια λεπτή φωτιά: τα μάτια μου χάνουν το βλέμμα τους, τ' αυτιά μου βουίζουν, ο ιδρώτας αυλακώνει το κορμί μου, ένα ρίγος με κυριεύει σύγκορμη· γίνομαι πιο χλωμή κι από τη χλόη και, λίγο ακόμη, θα 'λεγα ότι πεθαίνω ."

4. "Ή ψυχή μου, όταν αγκάλιαζα τον Αγάθωνα, ανέβαινε στα χείλη μου, σάμπως ή δύστυχη να έμελλε να κάνει πανιά γι' άλλου". Στην ερωτική χαύνωση κάτι φεύγει, ατέρμονα, σάμπως ο πόθος να μην ήταν παρά μια αιμορραγία. Ιδού ή ερωτική κόπωση: μια πείνα ακόρεστη, ένας χαίνων έρωτας. Ή ακόμη: όλο μου το εγώ σύρεται, μεταβιβάζεται στο αγαπημένο αντικείμενο, πού παίρνει έτσι τη θέση του εγώ. Ή χαύνωση πρέπει να είναι αυτή ή εξουθενωτική μετάβαση από τη ναρκισσική στην άντικειμενοπαγή λίμπιντο. (Πόθος του απόντος, πόθος του παρόντος: ή χαύνωση προβάλλει σε διπλοτυπία τους δύο πόθους, φέρει την απουσία εντός της παρουσίας. Εξ ου μια αντιφατική κατάσταση: το "γλυκό κάψιμο".)


ΣΥΜΠΟΣΙΟ: Δίστιχο του Πλάτωνος στον Αγάθωνα, 21-22.
ΒΕΡΘΕΡΟΣ: "Του δύστυχου ή ζωή σβήνει λίγο-λίγο μέσα σε μια παθολογική χαύνωση πού τίποτε δεν μπορεί να την ανακόψει" (48). ΡΟΥΣΜΠΡΟΚ: "Όταν το ον διεγείρεται, προσφέροντας ό,τι μπορεί αλλά μην κατακτώντας αυτό πού θέλει, παράγεται ή πνευματική χαύνωση" (1β).
Φρόιντ: "Το μεγαλύτερο μέρος της λίμπιντο μεταβιβάζεται στο αντικείμενο το οποίο παίρνει έτσι, σ' ένα ποσοστό, τη θέση του εγώ. Τούτο συμβαίνει μόνο όταν έχουμε πληρότητα ερωτικών διαθέσεων" (Επίτομο εγχειρίδιο ψυχανάλυσης,


Η ερωτική επιστολή


ΕΠΙΣΤΟΛΗ. Το σχήμα αναφέρεται στην ιδιαίτερη διαλεκτική της ερωτικής επιστολής. Ή ερωτική επιστολή είναι κενή (κωδικοποιημένη) και ταυτόχρονα εκφραστική (φορτισμένη με την επιθυμία να σημάνει τον πόθο).

1. Όταν ο Βέρθερος (πού υπηρετεί "παρά τω Πρέσβει") γράφει στην Καρλότα, ή επιστολή του ακολουθεί το έξης πλάνο: 1. Τι χαρά να σε σκέφτομαι! 2. Βρίσκομαι εδώ σ' έναν κύκλο κοσμικό και, δίχως εσένα, νιώθω πολύ μόνος. 3. Συνάντησα κάποιαν (π.χ., τη δεσποινίδα Β...) πού σου μοιάζει, και με την όποια μπορώ να κουβεντιάζω για σένα. 4. Εκφράζω την ευχή να ξανανταμώσουμε. - Μια και μόνη πληροφορία παραλλάσσεται σαν θέμα μουσικό: σε σκέφτομαι.

Τι θα πει "σκέφτομαι κάποιον"; θα πει: τον λησμονώ (χωρίς λήθη είναι ανέφικτη ή ζωή) και αφυπνίζομαι συχνά από τούτη τη λησμονιά. Πολλά πράγματα, με τρόπο συνειρμικό, σε επαναφέρουν στο λόγο μου. "Σε σκέφτομαι" δε σημαίνει τίποτ' άλλο έξω απ' αύτη τη μετωνυμία. Γιατί, καθαυτή, τούτη ή σκέψη είναι κενή: δε σε σκέφτομαι· απλώς, φροντίζω να σε κάνω να επιστρέψεις (σε βαθμό ευθέως ανάλογο μάλιστα με το πόσο σε λησμονώ). Αύτη τη μορφή (αυτό το ρυθμό) ονομάζω "σκέψη": δεν έχω να σον πω τίποτε μόνο πού αυτό το τίποτε σε σένα είναι πού το λέω:

"Γιατί, ξανά, καταφεύγω στη γραφή; Αγαπημένη, μη με ρωτάς τόσο αδυσώπητα Γιατί ειν' αλήθεια πώς τίποτε δεν έχω να σου πω. Άλλα, τ' αγαπημένα χέρια σου, όπως και να 'ναι, θα δεχτούν το σημείωμα αυτό".

("Να σκεφτώ τον Ύμπέρ" γράφει, κωμικά, στο σημειωματάριο του ο αφηγητής των 'Ελών, πού είναι το βιβλίο του Τίποτε.)

"Καταλάβετε", γράφει ή μαρκησία ντε Μερτέιγ, "πώς όταν γράφετε σε κάποιον, το κάνετε γι? αυτόν κι όχι για σας. Έτσι, επιδίωξη σας δεν πρέπει να είναι να του πείτε αυτό πού σκέφτεστε εσείς, αλλά αυτό πού αρέσει περισσότερο σ' εκείνον. Ή μαρκησία δεν είναι ερωτευμένη, γι' αυτό υποστηρίζει την αλληλογραφία, δηλαδή μια τακτικού χαρακτήρα επιχείρηση, προορισμένη να προασπίζει θέσεις, να διασφαλίζει κατακτήσεις. Ή επιχείρηση αυτή οφείλει να αναγνωρίσει τους τόπους (τα υποσύνολα) του αντίπαλου συνόλου - πάει να πει, να κατακερματίσει την εικόνα του άλλου σε διάφορα σημεία πού θα επιχειρήσει να θίξει ή επιστολή (πρόκειται, λοιπόν, για μιαν αντιστοιχία, με τη μαθηματική, σχεδόν, έννοια του όρου). 'Όμως, για τον ερωτευμένο, ή επιστολή δεν έχει τακτική άξια: είναι καθαρά εκφραστική - για την ακρίβεια, κολακευτική (αλλά ή κολακεία

εδώ δεν είναι διόλου ιδιοτελής: είναι άπλα και μόνο ή λαλιά της αφοσίωσης). Εμπλέκομαι με τον άλλον σε μια σχέση όχι σε μιαν αλληλογραφία: ή σχέση διασυνδέει δυο εικόνες. Είσαι παντού, ή εικόνα σου είναι ολική, γράφει, με διάφορους τρόπους, ο Βέρθερος στην Καρλότα.

Ως πόθος, ή ερωτική επιστολή προσμένει την απάντηση. Επιβάλλει έμμεσα στον άλλον να αποκριθεί, διαφορετικά ή εικόνα του αλλοιώνεται, γίνεται άλλη. Αυτό το εξηγεί αυστηρά ο νεαρός Φρόιντ στη μνηστή του: "Δε θέλω, ωστόσο, να παραμένουν μονίμως αναπάντητα τα γράμματα μου. θα σταματήσω αμέσως να σου γράφω αν δε μου απαντήσεις. Συνεχείς μονόλογοι γύρω από ένα πλάσμα αγαπημένο, πού δεν τους διορθώνει ούτε τους τροφοδοτεί το πλάσμα αυτό, οδηγούν σε σφαλερές απόψεις ως προς τις αμοιβαίες σχέσεις. Έτσι, γινόμαστε πια ξένοι ο ένας για τον άλλον όταν ξαναβρισκόμαστε, κι ανακαλύπτουμε πώς τα πράγματα είναι διαφορετικά απ' ό,τι τα φανταζόμασταν μην έχοντας καμιά επιβεβαίωση".

(Αυτός πού θα αποδεχόταν τις "αδικίες" της επικοινωνίας, αυτός πού θα συνέχιζε να μιλά ανάλαφρα, τρυφερά, χωρίς να εισπράττει απάντηση, αυτός θα κατακτούσε μιαν υψηλή βαθμίδα κυριαρχίας: την κυριαρχία πού χαρακτηρίζει τη Μητέρα.)

"Αποσπάσματα ερωτικού λόγου" Rolan Bart

Κυριακή, 20 Φεβρουαρίου 2011

Η ΜΗΤΕΡΑ ΤΟΥ ΣΚΥΛΟΥ



Από το οπισθόφυλλο: Μια γυναίκα τιμωρήθηκε. Το αποδέχεται. Και μετατρέπει μόνη της την τιμωρία σε ισόβια: την "ακινησία". Μια γυναίκα-"στάσις". Και γύρω της η βουή και τα πάθη, να τα ριπίζει η τρέλα μεταμφιεσμένη σε αμέριμνο πουλί. Η κόρη της, ως επανάσταση για την τιμωρία, μεταμφιέζει με ψευδώνυμο την πόλη που αδίκησε τη μητέρα της, επιθέτει ψευδώνυμο και στον εαυτό της, βαφτίζεται "Ραραού" και καταφεύγουν πρόσφυγες στην πρωτεύουσα. Θύμα, και όχι ηρωίδα του βιβλίου αυτού, η Ραραού εγκαθίσταται στο Μελόδραμα και στο Κωμικό. Την ανάγκασαν να πιστέψει ότι δεν της επιτρέπεται να είναι τραγική, τα πάθη της δεν ανέρχονται σε επίπεδο μεγαλοπρέπειας. Τελικά, όμως, η Τραγωδία, έστω και με σπασμένη κόθορνο, την επισκέπτεται και τη μυρώνει. Γύρω στις δύο γυναίκες, θολή στο βάθος μια χώρα αδέσποτη. Και πρόσωπα πολλά, που πιστεύουν ότι ο κόσμος δημιουργήθηκε ως πρόσχημα για να γίνουν βιβλία τα δικά τους πάθη. Κατά τη διαδρομή του βιβλίου, οι λοιποί κάτοικοί του βαθμιαία ευτυχούν και εγκαταλείπουν ησυχασμένοι και το βιβλίο και τη Ραραού. Η χώρα παραμένει θολή και ακίνητη στο περιθώριο του βιβλίου. Το οποίο βιβλίο δεν αντέχει να παρακολουθήσει τη Ραραού ως το τέλος της: λιποταχτεί, την εγκαταλείπει να συνεχίσει μόνη της. Τελικώς, λάθος μου που την αποκάλεσα θύμα. Αφού άλλωστε μόνη της δηλώνει ευτυχής και επιτυχημένη. Δεν γνωρίζω τι απέγινε η Ραραού.
Π.Μ.
(ΠΑΥΛΟΣ ΜΑΤΕΣΙΣ)

Η κατάντια των καταληψιών γιατρών

Η κατάντια των καταληψιών γιατρών
ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΜΟΥΤΣΟΠΟΥΛΟΣ | Κυριακή 20 Φεβρουαρίου 2011

Η συνδικαλιστική ηγεσία των γιατρών είναι σε θέση μάχης. Αγωνίζεται λυσσαλέα να διατηρηθεί το «σύστημα» που εξέθρεψε τη διαφθορά, τη διαπλοκή και τις τριτοκοσμικές συνθήκες αντιμετώπισης του πάσχοντος. Ανθίσταται στη δημιουργία του φορέα για την παροχή πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας. Δηλώνει ότι απορρίπτει το νομοσχέδιο που ετοίμασε το υπουργείο γιατί είναι, λέει, προχειρογραμμένο.

Ποια είναι η αλήθεια; Απλά, οι κατέχοντες δεν θέλουν να μοιραστεί η πελατειακή πίτα. Θέλουν ομήρους τους ασθενείς, έτσι ώστε να προσπορίζονται όσο μπορούν περισσότερα οικονομικά οφέλη. Δεν τους καίγεται καρφί αν ένας άρρωστος χρειάζεται μήνες για να του παρασχεθούν ιατρικές υπηρεσίες ή να παραγγελθούν και να εκτελεσθούν ιατρικές εξετάσεις. Είχαν το θράσος οι αρχισυνδικαλιστές, να απειλήσουν με διαγραφή από τον Ιατρικό Σύλλογο συναδέλφους που εξυπηρέτησαν πάσχοντες κατά τη διάρκεια των «αγώνων» τους. Λησμόνησαν βέβαια οι «αγωνιστές» να ασκήσουν την ίδια εξουσία έναντι εκείνων των επίορκων συναδέλφων που φέρονται βασίμως να διέπραξαν τρανταχτά ηθικά ή και ποινικά κολάσιμα αδικήματα. Κάθε βδομάδα ο Τύπος βρίθει τέτοιων περιπτώσεων.

Κρύβεται η συνδικαλιστική ηγεσία πίσω από το δάχτυλό της νομίζοντας ότι δεν είναι γνωστό, σε όλους, ότι ο χώρος παροχής ιατρικών υπηρεσιών στη χώρα μας είναι βαριά άρρωστος. Δεν ξέρουν άραγε ότι όλη η κοινωνία βοά πως ο κλάδος μας συνετέλεσε ουσιαστικά στην οικονομική κατρακύλα της χώρας; Πώς; Με την τεράστια φοροδιαφυγή, την αλόγιστη υπερσυνταγογράφηση, τη συστηματική υπερτιμολόγηση υλικών και εξοπλισμών, αλλά και τις βαθιά ανήθικες πρακτικές, όπως αυτές της ενθυλάκωσης ποσοστών επί εξετάσεων και χειρουργικών πράξεων που παραγγέλνει ο θεράπων ιατρός και από τις υπερτιμολογήσεις υλικών που χρησιμοποιεί για τη θεραπεία του ασθενούς. Στον αγώνα τους συμμετέχουν και οι λεγόμενες αριστερές δυνάμεις, αυτές που θα έπρεπε να αγωνίζονται, με κάθε μέσο, να εξυγιάνουν τον χώρο! Ποιος φταίει για την κατάντια των γιατρών που καταλαμβάνουν υπουργεία, φωνασκούν σαν πωλητές της λαχαναγοράς, διαπληκτίζονται σαν ποδοσφαιρόφιλοι οπαδοί; Πολλοί και πολλά, αλλά ένα μεγάλο μερίδιο ευθύνης έχουμε εμείς οι δάσκαλοί τους. Φαίνεται ότι στη διάρκεια της εκπαίδευσής τους δεν τους περάσαμε τα απαραίτητα μηνύματα για το λειτούργημα του γιατρού. Αν τους είχαμε αναπτύξει το αίσθημα ευθύνης και ευαισθησίας για τον πάσχοντα δεν θα συνταγογραφούσαν δημόσια, ενώ καταλαμβάνουν δημόσια κτίρια, και στο πόδι χωρίς να εξετάζουν τον ασθενή και χωρίς να ελέγχουν αν τα φάρμακα που συνταγογραφούν είναι αποτελεσματικά. Αν τους είχαμε επιτυχώς εμπνεύσει την κοινωνική ευθύνη του γιατρού δεν θα σκέπτονταν με κριτήρια ιδιωτικού πλουτισμού αλλά με τα ιπποκρατικά κριτήρια του κοινωφελούς επαγγελματισμού. Αν τους είχε εμπεδωθεί η δυαδική αλληλεπίδραση γιατρού- ασθενούς δεν θα τους επέτρεπε η συνείδησή τους να απεργούν και, πολύ περισσότερο, να εκτρέπονται στη συμπεριφορά τους, μιμούμενοι, σε ώριμη ηλικία, ομαδούλες αναρχικών των Εξαρχείων! Λίγη ντροπή αν υπήρχε πολλά θα ήταν καλύτερα στον τόπο μας!

Ο κ. Χαράλαμπος Μουτσόπουλος είναι καθηγητής στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών.

ΤΟ ΒΗΜΑ, σήμερα

Σάββατο, 19 Φεβρουαρίου 2011

Ντροπή, ένα πανάρχαιο συναίσθημα......

Ντροπή, ένα πανάρχαιο συναίσθημα με λίγους αποδέκτες
Από τον Κώστα Ζουγρή

Λίγα συναισθήματα μάς απασχόλησαν τόσο όσο το ελληνικό φαινόμενο της μη ντροπής σε σχέση με τους κοινωνικούς μας θεσμούς, που φαίνεται ότι αποτελεί πια καθημερινή συνήθεια της ελληνικής κοινωνίας.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα έλλειψης ντροπής είναι η συμπεριφορά των πολιτικών μας, όχι μόνο τα τελευταία χρόνια, που αρνούνται να επωμισθούν τις ευθύνες τους και να απολογηθούν δείχνοντας μεταμέλεια για τα λάθη τους, την ανικανότητα ή τους ανεπιτυχείς χειρισμούς τους, που οδήγησαν την Ελλάδα στη σημερινή κατάσταση.

Σημαντική ευθύνη σ' αυτό πρέπει να έχει η ανατροφή μας, η οποία συνήθως βασίζεται περισσότερο στο να αποφεύγουμε οποιαδήποτε ενέργεια θα μπορούσε να μας κάνει να αισθανόμαστε ντροπιασμένοι, όχι γιατί αυτό θα ήταν παράνομο, αλλά απλώς για να μην αισθανθούμε μειονεκτικοί και ντροπιασμένοι έναντι των άλλων.

Συνήθως οι γονείς λένε στα παιδιά τους, «δεν ντρέπεσαι να κάνεις αυτό και να γίνεις ρεζίλι», αντί να τους πουν απλά ότι αυτό απαγορεύεται.

Η ντροπή είναι ένα συναίσθημα που θα πρέπει να εμφανίστηκε παράλληλα με την ανθρώπινη παρουσία στη Γη.

Με τη διαφορά ότι αυτό δεν έγινε ταυτόχρονα σε όλους τους ανθρώπους και σίγουρα δεν είναι το ίδιο οδυνηρό για όλους.

Συνυφασμένο άμεσα με την παιδική μας ηλικία και την αίσθηση του να είναι κανείς μικρότερος, αδύναμος και ανεπαρκής ή να μας πιάνουν να κάνουμε κάτι που δεν έπρεπε, το συναίσθημα αυτό δεν είναι από τα αγαπημένα μας.

Αν κάνουμε μια αναδρομή στις άσχημες αναμνήσεις μας, σίγουρα θα βρούμε στιγμές που νιώσαμε ντροπή επειδή μας έπιασαν να κάνουμε κάτι απαγορευμένο, στιγμές που νιώσαμε να μας μειώνουν μπροστά σε άλλους ή στιγμές που νιώσαμε ότι η συμπεριφορά δικών μας ανθρώπων μάς ρεζιλεύει.

Το ότι η ντροπή είναι ένα πολύ δυσάρεστο συναίσθημα, μας οδηγεί στο να μην ασχολούμεθα πολύ με αυτό, σε αντίθεση με την ενοχή, τον θυμό και τον φόβο. Υπάρχει κάτι στο συναίσθημα της ντροπής ώστε με κάθε τρόπο αποφεύγουμε ακόμα και να το συζητήσουμε.

Οπως συμβαίνει βέβαια με όλα τα θέματα που έχουμε ασχοληθεί, η ντροπή, όχι μόνο δεν είναι αποτρεπτική, αλλά αντιθέτως βοηθάει σαν συναίσθημα τους στιχουργούς στο να γράψουν ενδιαφέροντα τραγούδια, όπως η Ντροπή, με τον Στέλιο Καζαντζίδη, γραμμένη από τους Βασιλειάδη και Κανουσόπουλο: Ντροπή έτσι κρυφά να μου φύγεις και θλίψη να αφήσεις χωρίς αφορμή στο σπίτι μου εσύ, γιατί ...Ο Στέλιος ασχολείται με το ίδιο θέμα και στο Ποιος θα με πληροφορήσει (1958), του Απόστολου Καλδάρα:

Ποιος θα με πληροφορήσει, ποιος μπορεί να μου το πει όταν ένας άντρας κλαίει
από αγάπη αν είν' ντροπή. Ανάλογο θέμα έχει και το Θα το πω φανερά.

Οι Πυξ Λαξ στο Χωρίς ντροπή το 1994, σε στίχους της Ελενας Αρβανίτη και μουσική του Φίλιππα Πλιάτσικα, τραγουδούσαν:
Δεν έγινε απόψε πάλι μπροστά μου η φωνή να μιλά άνθρωπος γίνεσαι και εσύ που στις ατέλειωτες ελπίδες ακουμπάς.

Το ξέρω κλαις τους παλιούς φίλους βλέποντας να προσπαθούν.

Τα τζιν παπούτσια της ζωής στα ζάρια που τους στήσαν να πετούν.

Χωρίς ντροπή...


Η ντροπή έχει σημαντική παρουσία ως έννοια στο ελληνικό λαϊκό τραγούδι και κατ' επέκταση σε αρκετά τραγούδια του Καλδάρα, όπως στο Ο θάνατος του ποιητή, με τον Γιώργο Νταλάρα, από το 1971, και στο άλμπουμ Ο Μέτοικος:
Το σούρουπο οι Παναγιές θρηνούν στον ελαιώνα και του κορμιού του οι πληγές

κατάρες είναι και ντροπές στον εικοστό αιώνα.


Πενήντα χρόνια συμπληρώνει σύντομα η Οδός Ονείρων του Μάνου Χατζιδάκι, με τον Γιώργο Μαρίνο να ερμηνεύει το ομώνυμο τραγούδι:
Κάθε σπίτι κρύβει

λίγη αγάπη στη σιωπή. Μα ένα αγόρι έχει την αγάπη για ντροπή.


Στον Χατζιδάκι ανήκει και το Μανούλα μου, με τον Λάκη Παππά, από το ίδιο έργο, με τη διαφορά ότι εδώ οι στίχοι είναι του Ιάκωβου Καμπανέλλη. Το έργο είχε ανεβεί στις 14 Ιουνίου του 1962 στο θέατρο «Μετροπόλιταν»:
Αχ, τι ντροπή, τέτοια ντροπή

μάνα μου και πώς βγαίνει, όσο κι αν τρέξει ο ποταμός, μάνα μου, δεν την πλένει.


Βέβαια με την πάροδο του χρόνου, ειδικά στην Ελλάδα, το συναίσθημα της ντροπής όλο και απομακρύνεται περισσότερο από την καθημερινή μας ζωή. Πόσο εύκολα άλλωστε μπορούν να νιώσουν ντροπή οι σημερινοί νέοι, που καταφεύγουν κατά χιλιάδες στα τηλεοπτικά reality βγάζοντας στη φόρα εντελώς προσωπικά θέματα.

Σπάνιο σχετικά είναι το φαινόμενο πια να συναντάμε τραγούδια που να έχουν θέμα τους την ντροπή και να μην ανήκουν στον χώρο του λαϊκού τραγουδιού. Οι Τρύπες ήταν από τα συγκροτήματα που ο στίχος τους είχε συχνά σχέση με τα καθημερινά προβλήματα των νέων, έτσι το 1990 στο Γίνομαι άντρας μάς έλεγαν:

Κοίτα με πως δακρύζω σαν καταπίνω ηρωικά τις σάρκες μου, κοίτα με ξεχειλίζω

από ντροπή κι από χαρά.

Καθώς διασχίζω με μάτια κλειστά χώρες της μοναξιάς με την καρδιά ενός ζητιάνου γελοίου και παράτολμου.


Από την Πολιτεία Γ' (1994) του Μίκη Θεοδωράκη, σε στίχους του Μάνου Ελευθερίου και ερμηνευμένο από τον Μανώλη Μητσιά και τη Δήμητρα Γαλάνη, είναι το Εκείνα που είχα να σου πω: Εκείνα που είχα να σου πω ήταν μαχαίρια να κοπώ και να χαθώ.

Από δειλία και ντροπές δεν σου 'πα τίποτα ποτές να λυτρωθώ.

Από τους νεότερους τραγουδοποιούς, ο Στάθης Δρογώσης με το Μην το πεις πουθενά, του 2009, μας αποκαλύπτει σκέψεις που δύσκολα μοιραζόμαστε με άλλους:

Μην το πεις πουθενά, όλα θέλω να τ' αφήσω, σπίτι, φίλους, δουλειά

δίχως να κοιτάξω πίσω.

Δεν ξέρω αν έχω αλήθεια κάτι να μοιραστώ και σου ζητάω βοήθεια

και ντρέπομαι γι' αυτό. Μην το πεις πουθενά, όταν γελώ δυνατά να ξέρεις μέσα μου κλαίω

Μην το πεις πουθενά, πόσο να κρύβομαι πια; Δεν αντέχω σου λέω!


Από το 1994 τα Υπόγεια Ρεύματα είχαν υποψίες για τον ρόλο των πολιτικών και τις εξέφραζαν στο τραγούδι τους Πολιτεύεσαι: Πολιτεύεσαι και δεν ντρέπεσαι,

Ρε μπάρμπα, πες μου κάτι γιατί θα τρελαθώ, θα στρίψει το μυαλό μου θα πέσω σε γκρεμό,

αλλάξανε τα μυαλά σου ή τα 'πιασες χοντρά κι έγινε η επανάσταση χωράφια και λεφτά.


Λίγοι δημιουργοί μας έχουν περιγράψει μέσα από τα τραγούδια τους την ιδιοσυγκρασία μας, όπως ο Διονύσης Σαββόπουλος, που δεν διστάζει συνήθως να λέει τα πράγματα με το όνομά τους. Στα μέσα της δεκαετίας του '70, στο αρχικά μικρό δισκάκι του με το Σαν τον Καραγκιόζη τραγουδούσε:

Σαν σκιές γλιστρούν λόγια και εικόνες, κάρα σκουπιδιάρικα φεύγουν οι χειμώνες

Κι αν δεν ντρέπεσαι να καθήσεις πίσω, έλα στην παράσταση να σε γιουχαΐσω.

Η ντροπή μπορεί να προέρχεται από ταπείνωση, πικρία, ανεπάρκεια, αμηχανία, ατίμωση και πολλές άλλες αιτίες, στο τραγούδι όμως βρίσκει διέξοδο και αποκαλύπτεται, αφού εκλείπουν οι λόγοι που συχνά την κρατούν μυστική.

Στα αγγλόφωνα τραγούδια έχουμε την ντροπή να εκφράζεται μέσα από διάφορους καλλιτέχνες, με τα Shame των Eurythmics, Robbie Williams, Evelyn «Champagne» King, Smashing Pumpkins, Depeche Mode, ή τα Such Α Shame των Talk Talk, Shame On The Moon-Bob Seger, Ι'm Living In The Shame-Supremes, Shame and Scandal In The Family-Sam Elliot, Shame, Shame, Shame-Shirley and Co. Από τη χορευτική μουσική της δεκαετίας του '70, Ain't That Α Shame-Fats Domino, Shame On Me-Bobby Bare και αρκετά ακόμα που πιστοποιούν ότι το τραγούδι δεν είναι ντροπή.

apotis4stis6@yahoo.gr
ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ, σήμερα

Κυριακή, 13 Φεβρουαρίου 2011

Οι τρόφιμοι του παρασιτισμού

Οι τρόφιμοι του παρασιτισμού

Tου Κωστα Kαλλιτση / kostas.kallitsis@yahoo.com

Καθ’ όλη τη διάρκεια της εβδομάδας, διακινήθηκε η φήμη ότι δήθεν αποφασίστηκε η κατάργηση του 13ου και 14ου μισθού στον ιδιωτικό τομέα και θα ανακοινωθεί μετά τις εκλογές που (υποτίθεται ότι) άμεσα προκηρύσσονται.

Υπάρχουν πολλοί που να πιστεύουν, σοβαρά, ότι η διάβρωση της ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας οφείλεται στις αυξήσεις μισθών και ημερομισθίων στον ιδιωτικό τομέα; Οχι. Μάλιστα, είναι διακηρυγμένη η αντίθετη γνώμη των επιχειρηματικών φορέων και της σημερινής κυβέρνησης. Μήπως, όμως, έχει θέσει θέμα περικοπής 13ου και 14ου μισθού η τρόικα; Οχι. Ολοι γνωρίζουν ότι η συνεχής απώλεια ανταγωνιστικότητας οφείλεται κυρίως σε εκείνη την επιχειρηματικότητα που περιφρονεί το «τρίγωνο της γνώσης» και την καινοτομία, καθώς και στην άθλια ποιότητα θεσμών και δημόσιας διοίκησης.

Μήπως, εξάλλου, υπάρχουν πολλοί που πιστεύουν ότι από εκλογές, σήμερα, υπάρχει περίπτωση να προκύψει μια σταθερότερη και με καλύτερα επεξεργασμένο σχέδιο κυβέρνηση; Μήπως υπάρχουν πολλοί που πιστεύουν ότι τα πράγματα θα πήγαιναν καλύτερα αν αντί για τον κ. Παπακωνσταντίνου πήγαινε στο Οικονομικών ο κ. Μυταράκης, αντί για τον κ. Λοβέρδο επέστρεφε στο Υγείας ο κ. Αβραμόπουλος και αντί για τον κ. Ρέππα επέστρεφε στο Μεταφορών εκείνος ο σεμνός πολιτευτής που ως υπουργός είχε υποχρεώσει τον ΟΣΕ να βάλει τρένα, άδεια, να κόβουν βόλτες στα χωριά του, στη Θράκη; Οχι. Πιστεύω ότι ουδείς θέλει εκλογές, το ΠΑΣΟΚ διότι δεν θα βγει ενισχυμένο ενώ καίει ένα χαρτί του, η τρόικα διότι εκλογές σημαίνει χαλάρωση, η Ν.Δ. διότι θα υποστεί νέα ήττα.

Εκλογές θα γίνουν μόνο αν δεν γίνεται να αποφευχθούν – δηλαδή, μόνο σε περίπτωση ακυβερνησίας. Και 13ος και 14ος μισθός στον ιδιωτικό τομέα θα περικοπούν μόνο αν αποτύχουμε και χρεοκοπήσουμε. Προς τι, λοιπόν, τέτοιου είδους παραφιλολογία; Ποιον συμφέρει; Σήμερα, βγαίνουν στο ξέφωτο οι πιο ξαναμμένοι τρόφιμοι του πελατειακού συστήματος, αυτοί που πράγματι «μαζί τα έφαγαν». Λέω ότι αυτούς συμφέρει η σύγχυση, αυτοί επιδιώκουν μια γενικότερη αναστάτωση.

Στην αρχή, νόμιζαν ότι οι μεταρρυθμίσεις θα ήταν περιορισμένες και θα έπλητταν μόνο «τους κάτω» (τη μισθωτή εργασία…) ενώ οι ίδιοι θα συνέχιζαν τις business as usual. Οτι μέλημα του Στρος-Καν και του Ζαν-Κλοντ Τρισέ θα ήταν να γίνει ελαστικότερη η αγορά εργασίας, να μειωθούν οι υψηλότερες συντάξεις και να περιοριστεί ο αριθμός των δημοσίων υπαλλήλων – μόνο. Πίστευαν ότι δεν επρόκειτο να θιγεί η κρατικοδίαιτη επιχειρηματικότητα, δεν θα άνοιγαν τα επαγγέλματα που ευημερούν χάρη στην κρατική προστασία.

Οταν, όμως, το κρατικοδίαιτο κατεστημένο και ο κοινωνικός παρασιτισμός άρχισαν να υποψιάζονται ότι τα συμφέροντά τους δεν θα τύχουν ασυλίας, πολύ περισσότερο όταν τα ανήθικα προνόμιά τους παίρνουν σειρά για κατεδάφιση, τότε ανακαλύπτουν τις «βλαβερές συνέπειες» του Μνημονίου. Ετσι, το πιο οκνηρό και κακομαθημένο κατεστημένο της χώρας έγινε «αντι-μνημονιακό». Και η Ν.Δ. σύρθηκε και πρόθυμα προσφέρθηκε να το εκφράσει πολιτικά.

Δεν είναι παράδοξο ότι η πιο σκληρή σύγκρουση διεξάγεται στο πεδίο της περίθαλψης, με διακύβευμα τα δισεκατομμύρια «μαύρα», την πιο χλιδάτη παραοικονομία που τροφοδοτείται από τη διαρκή ληστεία Ταμείων και φορολογουμένων. Ούτε είναι τυχαίο ότι με την αντίδραση (όπως και σε άλλες μάχες οπισθοφυλακών…) συμπαρατάσσεται η Ν.Δ., ως ο βασικός κορμός των ετερόκλητων συσπειρώσεων. Οι δυνάμεις του παρασιτισμού, κυρίαρχες στην ελληνική κοινωνία, πασχίζουν να ανακοπούν οι μεταρρυθμίσεις ώστε να διατηρήσουν την ευχέρεια, με την πρώτη ευκαιρία να γυρίσουν πίσω τους δείκτες του ρολογιού και να παλινορθώσουν το πελατειακό σύστημα.

Γι’ αυτό, σήμερα βγαίνουν στους «δρόμους του αγώνα». Οχι οι εργάτες, όχι οι χαμηλοσυνταξιούχοι, όχι η φτωχολογιά, ούτε οι πολίτες που ταπεινώνονται από τα άγρια χαράματα στις ουρές του ΙΚΑ ή κάθε πρωί στα αργόσυρτα βαγόνια του ΗΣΑΠ (αυτοί δεν έχουν ισχυρή φωνή…), αλλά εκείνες οι κοινωνικές ομάδες που ήταν οι μεγάλοι ευνοημένοι του οικονομικού μοντέλου που χρεοκόπησε και απειλεί να χρεοκοπήσει την Ελλάδα, όλοι εκείνοι που ήταν οι προνομιούχοι πελάτες του άδικου και σπάταλου κράτους. Αυτοί σηκώνουν τον μεγάλο θόρυβο – λίγο πριν ηττηθούν.

Από την ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ της Κυριακής

Σάββατο, 12 Φεβρουαρίου 2011

η γελοιοτητα των γιατρων..

Εξέταζαν ανθρώπους στην υπό κατάληψη αίθουσα του υπουργείου Υγείας..
Εκεί.. όχι σε έναν οργανωμένο χώρο ενός νοσοκομείου...
Εκμετάλευση των ανθρώπων με ανάγκη για τους αγώνες τους (πάντα υποτίθεται για το καλό του λαού.. και όχι της τσέπης τους, και αυτοί και οι φαρμακοποιοί...)..

Σας ξέρουμε ρε, όλοι μας, η κάθε οικογένεια έχει εμπειρία από το πόσο αδίστακτοι, αδηφάγοι, λαμόγια είσαστε οι περισσότεροι.. !!!!!!!!!!!! πόσο σιχαμένοι...

"ΟΥΔΕΊΣ ΧΕΙΡΟΤΕΡΟΣ ΤΟΥ ΙΑΤΡΟΥ... " παλιά παροιμία.. πολύ παλιά !!!!

Η τρόϊκα και οι γελοίοι

Φασαρία, χαμός, κακοπαιγμένο θέατρο..

Για τις δηλώσεις των τροϊκανών, περί αποκρατικοποιήσεων ύψους 50 δισ ευρω..
Που είχαν απόλυτα συμφωνηθεί με την κυβέρνηση... Με τον Παπακωνσταντίνου και τον Γιωργάκη!!!!!!

Εθιξαν την αξιοπρέπεια του Ελληνικού λαού.. "δεν επιτρέπουμε σε κανέναν.. κλπ", ο Ρέπας...και άλλοι, και ο ανεκδιήγητος ο Πελατωτής..

Και τα σχόλια για τους φαρμακοποιούς και τους φορτηγατζήδες...
Και τα κανάλια.. και οι συνδικαλιστές..
ΟΛΟΙ ΟΙ ΕΝΟΧΟΙ, ΟΙ ΥΠΕΥΘΥΝΟΙ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΤΑΝΤΙΑ ΤΗΣ ΧΩΡΑΣ!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!

Ο Ρέπας, δεν επιτρέπει... όλα αυτά τα χρόνια υπουργός, υπεύθυνος λοιπόν και αυτός για τα χάλια μας.. δεν επιτρέπει.. ΡΕ ΑΝΤΕ ΣΤΟ ΔΙΑΟΛΟ!!!!!!!!!!!!!!!!!!!

ΕΞΟΣΤΡΑΚΙΣΜΟΣ !!!ΑΥΤΟ ΕΙΝΑΙ ΠΟΥ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΓΙΝΕΙ!!!! ΕΞΩ!! ΔΡΟΜΟ!! ΟΛΟΙ ΣΑΣ!!!!ΣΤΑ ΤΣΑΚΙΔΙΑ!!!!!

Μπανανία είμαστε.. χωρίς αμφιβολία.. φασαρία για επικοινωνιακούς χειρισμούς.. τουμπεκί για την ουσία.. κουβέντα να γίνεται.. φασαρία να γίνεται.. να κρύβουμε την ανικανότητα...

Θλίψη και απόγνωση...

Και κουβέντα για εκλογές πάλι... ΠΑΠΑΡΙΑ!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!

Η Ντόρα χαμογελά....

Στην κηδεία του Εβερτ....

Η Ντόρα με πλατύ χαμόγελο.. "χάσαμε έναν μεγάλο άνθρωπο..κλπ"

Κάποιος να της το εξηγήσει επιτέλους.. έχει πρόβλημα.. σοβαρό πρόβλημα.. δεν χαμογελάμε όποτε μας τραβάει η κάμερα..

Θέλει και εξουσία.. το σούργελο...

Παρασκευή, 4 Φεβρουαρίου 2011

ΤΑ ΠΑΠΑΓΑΛΑΚΙΑ ΤΟΥ MEGA

Ξεσπάθωσαν τα παπαγαλάκια του MEGA και ιδιαίτερα αυτός ο ανεκδιήγητος ο Καψής..
"Οι τζαμπατζήδες" και πάλι τα ίδια.. Είπε μια εξυπνάδα ο Ρέπας, την έπιασαν στον αέρα οι καλοεκπαιδευμένοι...

Δεν καταλαβαίνουν την διαφορά αυτού που δεν πληρώνει για να χρησιμοποιήσει χωρίς κόστος τα ΜΜΜ ή τις εθνικές οδούς, από αυτόν που δεν πληρώνει για να διαμαρτυρηθεί..
Οχι γιατί είναι ηλίθιοι (λέω τώρα, μάλλον...) αλλά γιατί αυτή είναι η δουλειά τους...
Και νομίζουν ότι την κάνουν καλά.. ότι δεν τους έχει καταλάβει κανείς..

Πέμπτη, 3 Φεβρουαρίου 2011

Το νόμιμο και ηθικό σε «νέα» εκδοχή

Το νόμιμο και ηθικό σε «νέα» εκδοχή
Του ΝΙΚΟΥ ΚΙΑΟΥ

Τις τελευταίες ημέρες, με τη «Νομική» και τους μετανάστες, εκδηλώθηκε ένα μεγάλο και ευρύ μέτωπο υπέρ της υπεράσπισης και της εφαρμογής του νόμου. Ο νόμος ήταν αυτός που αναφέρεται στο θεσμό του πανεπιστημιακού ασύλου, το οποίο «είχε καταλυθεί» από τους μετανάστες, κατά τους υπερασπιστές της νομιμότητας.

Και, άρα, όφειλαν οι αρχές (εισαγγελικές, διωκτικές) να τον εφαρμόσουν και να εκδιώξουν τους μετανάστες. Αυτό απαιτεί η νομιμότητα, υποστήριζαν όλοι οι εκφραστές του μετώπου, πολιτικοί από την κυβέρνηση, τη Δεξιά και την ακροδεξιά ώς το χώρο της Αριστεράς -που αυτοπροσδιορίζεται με το επίθετο «δημοκρατική»- και πλείστοι δημοσιογράφοι κυρίως σε τηλεοπτικό και ραδιοφωνικά μέσα, αλλά και σε αρκετές εφημερίδες, καθώς και κάποιοι παράγοντες, από πανεπιστημιακούς έως του κοινωνικού χώρου, ακόμα και του μεταναστευτικού.

Το πρόβλημα ήταν οι μετανάστες, που είχαν μπει στον πανεπιστημιακό χώρο για να κάνουν απεργία πείνας, διαμαρτυρόμενοι για τις συνθήκες εργασίας και διαβίωσής τους. Ολοι αναγνώριζαν και δέχονταν ότι δεν έγιναν φθορές στο κτήριο, δεν σημειώθηκαν αδικήματα, δεν είχαμε απειλή οποιασδήποτε δραστηριότητας στο χώρο. Και ήταν το πρόβλημα αυτό, επειδή επέλεξαν το συγκεκριμένο χώρο, άρα διέπραξαν αδίκημα.

Ακόμη, όπως είναι εύκολο να συμπεράνει κανείς, το πρόβλημα ήταν (και είναι) οι ίδιοι οι μετανάστες, αυτοί οι «άθλιοι» κατά την έννοια του Βίκτορος Ουγκό, οι καταφρονεμένοι, οι αδύναμοι και ανυπεράσπιστοι, οι οποίοι όμως είναι εργαζόμενοι, βάναυσα εκμεταλλευόμενοι, χωρίς χαρτιά, χωρίς στον ήλιο μοίρα, άρα εύκολα αποδιοπομπαίοι και διωκόμενοι. Είναι οι παρίες.

Η επίκληση της νομιμότητας εναντίον αυτών που δεν είναι νόμιμοι αλλά και εναντίον αυτών που τους υπερασπίστηκαν -πρύτανης, καθηγητές, φοιτητικός σύλλογος, νεολαίοι, οργανώσεις- στέκεται μόνο στο σκέλος του «νομίμου», δηλαδή ποιο είναι το νόμιμο, η εφαρμογή του νόμου, που σημαίνει έξω από τη Νομική, έξω από το Πανεπιστήμιο οι καταληψίες και καταδίκη των υποστηρικτών, ακόμη και αυτών που προσπάθησαν να βρεθεί λύση χωρίς βία, που έληξε ομαλά, προσωρινά έστω, η κατάληψη με τη μετακίνηση.

Πριν από λίγα χρόνια δέσποσε για ένα διάστημα στην επικαιρότητα η περίφημη επίκληση του Γ. Βουλγαράκη για το νόμιμο και ηθικό: ό,τι είναι νόμιμο είναι και ηθικό. Τότε πάρα πολλοί από τους σημερινούς υπερασπιστές της νομιμότητας είχαν κατακεραυνώσει τον πρώην υπουργό για την επίκληση που είχε κάνει, είχαν γραφεί ποταμοί άρθρων και σχολίων και είχαν λεχθεί πάρα πολλά, ακόμα και ειρωνικά, σχετικά με το κατά πόσον το νόμιμο είναι και ηθικό.

Ο πρύτανης του Πανεπιστημίου Αθηνών Θ. Πελεγρίνης τόλμησε, ναι τόλμησε, να αντιδιαστείλει το νόμιμο από το δημόσιο συμφέρον, στο οποίο ενέτασσε και το ηθικό, πέρα από τς συνέπειες που θα είχε η άμεση επέμβαση της Αστυνομίας στη Νομική, συνέπειες εύκολα αντιληπτές, και συνάντησε τη σφοδρή αντίδραση των ερωτώντων εν είδει ανακριτών δημοσιογράφων από μεγάλο τηλεοπτικό σταθμό, με την επίπληξη ποιος καθορίζει το νόμιμο και το δημόσιο συμφέρον αν όχι η συντεταγμένη πολιτεία και τα όργανά της.

Το ηθικό στην προκειμένη περίπτωση εμπεριέχεται στο νόμιμο, κατά αυτούς τους πλείστους υπερασπιστές της νομιμότητας. Αρα μόνο η κυβέρνηση, η εισαγγελία και, τελικώς, η Αστυνομία οφείλουν να εφαρμόσουν και να επιβάλουν τη νομιμότητα. Η ηθική και ό,τι έχει σχέση με τους μετανάστες, με την απόγνωσή τους να έχουν στον ήλιο μοίρα, πηγαίνουν περίπατο. Πέρασαν λίγα χρόνια από τον Βουλγαράκη και ξεχάστηκαν οι, τότε, κορόνες.

Είναι όμως, όπως φαίνεται, το βασικό πλαίσιο στο οποίο κινούνται οι υπερασπιστές της νομιμότητας. Γι' αυτούς το νόμιμο είναι και ηθικό, είναι η ιδεολογία τους.

Το βλέπουμε, το ακούμε, το διαβάζουμε στα ΜΜΕ. Θεωρούνται δεδομένα τα μέτρα, το Μνημόνιο, η κατεδάφιση εργασιακών και ασφαλιστικών δικαιωμάτων, οι μειώσεις μισθών και συντάξεων, τα νέα μέτρα που έρχονται, η εκποίηση δημόσιας περιουσίας, η συνεχής συρρίκνωση του δημόσιου τομέα, η κατάργηση των συλλογικών συμβάσεων. Και ακούμε ή διαβάζουμε μόνο για την εφαρμογή των μέτρων. Ή ότι «ο υπουργός ήταν ξεκάθαρος, τους νόμους τούς ψηφίζει η Βουλή» (άρα πρέπει να εφαρμόζονται...). Κι ακόμα ότι, για να ανταποκριθεί στο επιβατικό κοινό ο υπουργός, απέναντι στο ζήτημα με τις απεργίες των εργαζομένων στα Μέσα Μαζικής Μεταφοράς, «φέρνει με τη διαδικασία του κατεπείγοντος» το νομοσχέδιο στη Βουλή. Αρα είναι και αυτό νόμιμο, αυτό προέχει, όχι οι αντιδράσεις των εργαζομένων, που υπερασπίζονται τη δουλειά τους. Φταίνε αυτοί, όχι η κυβέρνηση που εκπροσωπεί τη νομιμότητα.

Ρίχνουν, ίσως αθέλητα, νερό στο μύλο τής σαφώς αντιλαϊκής πολιτικής. Και παρουσιάζουν αμάσητα τα μέτρα. Κανείς δεν δίνει δωρεάν, τζάμπα, μας λένε για τα δάνεια από ΔΝΤ, Ε.Ε., ΕΚΤ, χωρίς έστω μια υπόμνηση ότι καρπούνται π.χ. Γερμανία, Γαλλία, ΗΠΑ, από την Ελλάδα με τις αγορές που κάνει σε εξοπλισμούς και άλλα προϊόντα.

Με την ιστορία της «Νομικής» έρχεται επιθετικά η κυβέρνηση και προτείνει την εκχώρηση πανεπιστημιακών και ακαδημαϊκών αρμοδιοτήτων σε εξωπανεπιστημιακούς και, καταργώντας τη συνταγματικά κατοχυρωμένη πλήρη αυτοδιοίκηση των ΑΕΙ, προτείνει τη διοίκησή τους, στο διοικητικό, διαχειριστικό τομέα, σε διορισμένα εξωπανεπιστημιακά συμβούλια, με επικεφαλής μάνατζερ. Αν αυτό δεν είναι κατάργηση του πανεπιστημιακού ασύλου τότε τι είναι; Θα γίνει με νόμο, άρα θα είναι νόμιμο. Εστω και παρά τη σαφέστατη συνταγματική επιταγή.

Δεν είναι όμως η πρώτη φορά που η κυβέρνηση προβαίνει σε «νόμιμες» (δηλαδή νομοθετημένες από τη Βουλή) πράξεις παρά το Σύνταγμα. Ας θυμηθούμε μόνο την εκχώρηση στον υπουργό Οικονομικών να προβαίνει σε διεθνείς συμφωνίες χωρίς την έγκριση της Βουλής. Η νομιμότητα, όπως την ευαγγελίζονται οι υπερασπιστές της, σ' όλο της το μεγαλείο ακόμη και «πραξικοπηματικά».

ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ

Τετάρτη, 2 Φεβρουαρίου 2011

Αυτά που (δεν) έγιναν...

Αυτά που (δεν) έγιναν...
Υπεύθυνος: ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ: ΓΙΑΝΝΗΣ ΤΡΙΑΝΤΗΣ

Ανάγκα και θεοί πείθονται... Απλώς χρειάστηκαν κάποιοι μήνες για να πεισθούν οι Γερμανοί, η Ενωση, το ΔΝΤ και οι δανειστές ότι εκείνα που είχαν επιβάλει στον αμίλητο και υποταγμένο Γ. Παπανδρέου -το δυναστικό Μνημόνιο και το δάνειο με το εξοντωτικό επιτόκιο- δεν αποδίδουν...

Στην Ελλάδα έφεραν την καταστροφή και την οδηγούν στο αδιέξοδο. Αυτά που προτείνει τώρα η Γερμανία και φαίνεται να επικροτεί η Ενωση, όφειλε -και μπορούσε- να τα ζητήσει από την πρώτη στιγμή ο Ελληνας πρωθυπουργός. Οχι με μαγκιές. Ούτε ως καθημαγμένος επαίτης που ζητεί ελεημοσύνη. Αλλά μ' ένα μεγάλο όπλο που είχε στα χέρια του -τον κίνδυνο να χρεοκοπήσει η χώρα! Είναι βαρετή η επανάληψη, αλλά χρήσιμη η υπόμνηση: θα σκεφτόταν πολύ η Ενωση να απορρίψει το αίτημα του κ. Παπανδρέου για επιμήκυνση του τότε υφιστάμενου χρέους, καθώς και τον δανεισμό της Ελλάδος με ανεκτό επιτόκιο. Πρωτίστως, θα δυσκολεύονταν η Γερμανία και η Γαλλία: σε περίπτωση πτώχευσης, οι τράπεζές τους, που έχουν περίπου το 70% των ελληνικών ομολόγων, θα έχαναν τα λεφτά τους... Τα υπόλοιπα είναι γνωστά: η έλλειψη τόλμης και σχεδίου εκ μέρους του Γ. Παπανδρέου, παρουσιάστηκε από την καταιγιστική προπαγάνδα ως μέγα κατόρθωμα. Δήθεν έσωσε τη χώρα από τη χρεωκοπία! Εκτοτε, με το εκβιαστικό αυτό τέχνασμα πορεύτηκε η ελληνική κυβέρνηση, με αρωγό τους προθύμους των μήντια... Οσο για το απαραίτητο συμμάζεμα του κράτους, το οποίο προωθεί εναγωνίως -έστω άτσαλα και χωρίς σχεδιασμό- η κυβέρνηση, προσπαθώντας να άρει τα παθογενή δεκαετιών, δεν χρειαζόταν κανένα Μνημόνιο. Παρά μόνο σχέδιο, ειλικρίνεια και αγνόηση του πολιτικού κόστους...

Ο τύπος των ήλων, ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ

Τρίτη, 1 Φεβρουαρίου 2011

Η αφέλειά μας έχει όρια;

Από τον ΓΙΑΝΝΗ ΠΑΝΟΥΣΗ

Αρουραίοι,

γέμισε ο τόπος

..............

χωρίς να ξέρεις

.............

από πού θα βγουν στην επιφάνεια

Γ. Βουλγαράκης, Αρουραίοι

Για να μην πτωχεύσει η χώρα, ορισμένοι πράττουν τα πάντα για να πτωχεύσουν οι Ελληνες. Κι όταν λέμε «να πτωχεύσουν» δεν εννοούμε μόνον οικονομικά αλλά και συναισθηματικά. Να σπάσουν δηλαδή οι δεσμοί που συνδέουν τον καθένα από μας με τον πλαϊνό μας και με την πατρίδα. Και ιδίως με την αλήθεια. Εχει κανείς την αίσθηση ότι οι κυβερνώντες θέλουν να μας κάνουν πειθαρχημένους σαν τους Γερμανούς, εργασιομανείς σαν τους Γιαπωνέζους, φλεγματικούς σαν τους Αγγλους, πολιτικά ουδέτερους σαν τους Αμερικανούς, δίχως όμως οι ίδιοι να εμπίπτουν σ' αυτούς τους κανόνες μετάλλαξης. Θέλουν να μας βλέπουν και να μας επιτηρούν χωρίς εμείς να τους βλέπουμε και να τους επιτηρούμε. Θέλουν να μας πείσουν ότι αγωνίζονται («πολεμάνε») για να επιλύσουν τα μεγάλα προβλήματα της Ελλάδας, ξεχνώντας ότι το μεγαλύτερο πρόβλημα είναι αυτοί οι ίδιοι και ο τρόπος που κυβερνάνε.

Η (ΟΠΟΙΑ) τραγικότητα της κατάστασης και η (όποια) εναπομείνασα καρτερικότητα του λαού δεν μπορεί ούτε να διαρκούν επ' άπειρον ούτε να «ξεγελιούνται» με υποσχέσεις που παρέχονται «με το κομμάτι». Οι λέξεις και οι αριθμοί, τα υπονοούμενα και οι προφητείες, οι ζαριές και οι μαγκιές κινούνται στο ναρκοπέδιο της ύβρεως (απέναντι στην Ιστορία και στον κάθε πολίτη ξεχωριστά).

ΕΠΙΝΟΟΥΜΕ νέους εχθρούς, αναμιγνύουμε με επικίνδυνο τρόπο την ανελεύθερη ευθύνη με την υπεύθυνη ανελευθερία, ζούμε την καθημερινότητα «με το όπλο στο χέρι» (χωρίς να γνωρίζουμε εξαρχής ποιον τελικά θα «πυροβολήσουμε» ή έστω άξιζε να τον «πυροβολήσουμε») και δίχως προστατευτικά κιγκλιδώματα πέφτουμε στο κενό του άδειου μέλλοντος.

ΜΑΣ τάζουν «μια νέα κάθαρση» που θα επιτευχθεί με όψιμες προσφυγές, αγωγές, διεκδικήσεις (κατά των διαχρονικών φίλων, εταίρων και συμμάχων τους) και μας διατάζουν να διαβάσουμε την πραγματικότητα με τα δικά τους μάτια και να την κατανοήσουμε με τα δικά τους μυαλά.

ΑΥΤΟΙ οι έμπιστοι φρουροί όλων των αυτοκρατόρων (και των αυτοκρατειρών), αυτοί οι εχθροί του λαού και της Συγκλήτου μάς διδάσκουν τηλεοπτικά το φόβο, την απόγνωση, την υποταγή στο κισμέτ μας...

ΚΙ εμείς «οι μοιραίοι και άβουλοι αντάμα» συνεχίζουμε να τους εμπιστευόμαστε περισσότερο από τον πλαϊνό μας, να τους φοβόμαστε περισσότερο από το νόμο, να τους συγχωρούμε περισσότερο κι από τη Θεία Δίκη και τη Νέμεση.

ΤΑ παλιά πρόσωπα σε νέους ρόλους και τα νέα (open gov) πρόσωπα σε παλιούς ρόλους δεν μπορεί να κρύψουν το γεγονός ότι η δοκιμασμένη χρόνια διαχείριση της εξαπάτησης του λαού (στο όνομα της εθνικής σωτηρίας) έκλεισε τον κύκλο της. Μέσα στους κύκλους έκλεισε και φυλάκισε και τους ίδιους τους χειριστές.

ΥΠΑΡΧΕΙ κάποιος που θέλει να τους ανοίξει την πόρτα για να βγουν;

www.giannispanousis.gr

ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ

ΦΡΟΥΤΑΚΙΑ

""" Καλημέρα, καλή βδομάδα

ο Γιωργάκης ο Μικρός, γνωστός κι ως Ψευτοθόδωρος, γεμίζει την επικράτεια «φρουτάκια».

Το θέλει η Ενωση και πάσα αρχή παυσάτω - ποια αρχή όμως; των ανδρεικέλων του Διευθυντηρίου;

Και γιατί φρουτάκια;

Γιατί «η πιο εξαρτησιακή μορφή τζόγου στην ιστορία»; Ακριβώς γι' αυτό! Διότι είναι «η πιο εξαρτησιακή μορφή τζόγου στην ιστορία».

Για να βγάλουν κι άλλα λεφτά ο Rocco και τα αδέλφια του; Για να βγάλει κι ο ΟΠΑΠ τα λεφτά που χρειάζεται ώστε, με κάποια ψίχουλα απ' αυτά, να μεταδίδει μετά κοινωνικά τηλεοπτικά σποτ κατά της ανεργίας, των ναρκωτικών, της βίας!!!

Τρελό; όχι! άκρως καπιταλιστικό.

Αυτοί που θα εμπορεύονται την ηρωίνη του τζόγου, αυτοί που θα ξεπλένουν μαύρο χρήμα με το τσουβάλι, αυτοί που θα ταΐζουν χρυσάφι τους κρατικοδίαιτους ιδιώτες συνεταίρους τους

αυτοί οι ίδιοι θα δίνουν και κανά ψιχουλάκι στη διαφήμιση για να μας πετάει κι αυτή με τη σειρά της τηλεοπτικά σποτάκια για τον... πολιτισμό.

«ΟΠΑΠ, στοίχημα, φρουτάκια = τζόγος! συν ανεργία = εγκληματικότητα», δεν χρειάζεται να 'ναι κανείς Αϊνστάιν για να λύσει αυτή την εξίσωση
στο επίπεδο της χαμηλής διαφθοράς.

Στο επίπεδο όμως της υψηλής διαφθοράς: «Γιωργάκης+Ενωση = φρουτάκια π πολύ χρήμα για τα Κολλητάρια του Κόμματος και του Κράτους ― εθισμός, εξάρτηση, θάνατος για τους χρήστες», τι χρειάζεται να 'ναι κανείς για να κάνει τα στραβά μάτια; Κάθαρμα; ηλίθιος; -τι;"""


"ναυτίλος" ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ