Παρασκευή 30 Απριλίου 2010

Ανίκανος λόγος

Οι λέξεις γκρεμίζονται απ' το στόμα της. Χαμηλώνουν τα γεγονότα, κάνουν αυτό που συμβαίνει μικρό. Το οδηγούν προς τα κάτω -σβήνουν το φως. Εγωιστικά. Δεν το αντέχουν. Οι λέξεις. Οπως: Τα χείλη οπλίζουν. Μετά πυροβολούν. Ξανά.
Λένε πως όταν ονομάσεις ένα πράγμα με λέξεις τότε το καταλαβαίνεις καλύτερα. Ψέματα. Η ανάγκη του λόγου εξέπεσε στην ανάγκη να υπερασπίσεις με ψεύτικο τρόπο την αληθινή σου αδυναμία. Να προστατεύσεις ένα ανυπεράσπιστο κτήριο που υποδύεται το απόρθητο οχηρό. Τα σκουλαρίκια της πραγματικότητας χρειάζεται να είναι λαμπερά. Να κερδίζουν τις εντυπώσεις. Και πάνω απ' όλα: Να φαίνονται γνήσια.
Στη πόλη οι άνθρωποι μικραίνουν κι άλλο. Τους διακρίνεις με δυσκολία, είναι ραντισμένοι με λέξεις. Σαν να χουν καταπιεί κάποιο χυδαίο χάπι και οδεύουν προς το αόρατο. Αντί για ουρανό έχουν ταβάνι. Η αγάπη τους: ένα μπαλόνι που ξεφουσκώνει. Αυτό που δεν θα τολμήσουν ποτέ να νικήσουν είναι το φως. Αδιάκριτο, αδιαπραγμάτευτο, εξαφανισμένο φως σε βομβαρδισμένο στρατόπεδο. Εισχωρεί. Τους διατρέχει. Μέσα απ' τις κουρτίνες τους φεγγίζουν τα πρόσωπα. Κρυμμένες φλέβες, πλυμένα βλέμματα, κατεστραμμένα. Κοντά τους η θλίψη ανθίζει σαν κάκτος. Να αφήσουμε τις κίτρινες καρδιές να μιλήσουν. Τη γλώσσα τους. Ποια γλώσσα; Τους έχουν αφήσει γλώσσα;
Φροντίζουν να κλείνουν τις τρύπες του σώματός τους με κομμάτια απ' τις ψυχές άλλων. Χρησιμοποιούν τις ψυχές σαν λάσπη. Χτίζουν τις νέες απελπισίες, τις νέες διαψεύσεις, τους νέους θανάτους. Χαρισμένες, να μη φαίνονται. Οταν λένε συν εννοούν πλην. Και το ονομάζουν μαζί.
Την είδα. Στη Σαλαμίνα, στο Πέραμα, στην Καισαριανή. Στην Αίγινα. Στην Ελευσίνα μια φορά. Ηταν το κορίτσι μου. Που αγαπούσα. Δεν με είδε ποτέ. Η σχέση μου μαζί της ανακεφαλαίωσε όλους τους προηγούμενους θανάτους μου και, κατά έναν τρόπο, τους συνόψισε.
Ανίκανες λέξεις, ανίκανος λόγος - σταθμός. Διαποτισμένη. Στάση Κουμουνδούρου. Στάση ζωής. Μαύρα. Μέσα έξω. Παντού. Εσφαξε ό,τι ήταν. Με τα νύχια της. Εκοψε με τα δόντια της το τελευταίο σκοινί. Εμεινε μια οδοντόβουρτσα στο μπάνιο. Ηλεκτρική. Ενα ζευγάρι καφέ σαγιονάρες. Ενας μισοτελειωμένος Ιψεν. Και οι πετσέτες που έπλεναν τα κορμιά μας. Που σκούπιζαν απ' το δέρμα την έξαψη.
Οι νύχτες. Από δω και πέρα. Θα κρυώνουν. Θα λιμοκτονούν. Θα δαγκώνουν το μαξιλάρι. Δεν βλέπω καλά. Πήγαινε τοίχο τοίχο. Προσοχή. Στα γιαούρτια με μέλι. Στα θεατρικά του Ζενέ, άνισα διασκευασμένα. Στις αγκαλιές που παγώνουν στην κατάψυξη. Στα ονόματα που θυμίζουν θάλασσα. Πήγαινε. Με την όπισθεν.
Δεν βλέπω πια. Επικαλείται τον έρωτα. Προσοχή στις νύχτες. Σ' αυτές που πέρασαν. Ετσι όπως πέρασαν. Και σε όσες δεν θα περάσουν. Ποτέ.
Για να μείνει η νύχτα. Αυτή. Ενικού αριθμού. Μεθυσμένη. Ατέλειωτη.
Από δω και πέρα.

Σταύρος Σταυρόπουλος
ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ, χτες

Δεν υπάρχουν σχόλια: